Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Πώς η θεσμική εξέλιξη της ΕΕ μπορεί να ερμηνευθεί από τις τρεις κύριες θεωρητικές προσεγγίσεις στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση;


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΡΟΗ (ΡΟΔΟΠΗ) ΧΑΪΚΟΥ
Θ.Ε.: ΕΠΟ 33

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 2Η

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2011

ΘΕΜΑ: Πώς η θεσμική εξέλιξη της ΕΕ μπορεί να ερμηνευθεί από τις τρεις κύριες θεωρητικές προσεγγίσεις στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση;

ΣΥΝΟΛΟ ΛΕΞΕΩΝ: 2.565


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ                                                                              2
ΟΡΙΣΜΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΩΝ                        2
Ο νεολειτουργισμός και οι επιδράσεις του                             2-4
Ο διακυβερνητισμός στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε.               4-5
Η ομοσπονδιακή προσέγγιση                                                 5-7
ΕΠΙΛΟΓΟΣ                                                                            7-8
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ                                                                      9

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η οικοδόμηση μιας ενιαίας Ευρώπης από τα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι και σήμερα, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται σε εξέλιξη, αντιμετωπίζοντας συνεχώς νέες προκλήσεις.
Ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες, εθνικά συμφέροντα και κυριαρχικά δικαιώματα, διαφωνίες στους κόλπους των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, οικονομικές και πολιτικές κρίσεις δεν άφησαν ανεπηρέαστη την Ε.Ε., οι κατευθύνσεις στην ανάπτυξη της οποίας αντικατόπτριζαν τις τάσεις που αναπτύσσονταν στο εσωτερικό της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς και πραγματικότητας.
Στην παρούσα εργασία στόχος μα είναι να ερμηνεύσουμε την θεσμική εξέλιξη της Ε.Ε., μέσα από τρεις βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις, τον νεολειτουργισμό, τον διακυβερνητισμό και την ομοσπονδιακή προσέγγιση. Να καταγράψουμε της θεσμική διάρθρωση της ενιαίας Ευρώπης και πως οι τρεις θεωρητικές πολιτικές επηρέασαν την προσπάθεια για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ορισμοί Θεωρητικών Προσεγγίσεων
Ως νεολειτουργισμός αποδίδεται η μέθοδος του Jean Monnet στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην οποία στηρίχθηκε αρχικά η ανάπτυξη και εξέλιξη της ΕΕ. Η μέθοδος αυτή προέβλεπε την σταδιακή προώθηση της ενοποιητικής διαδικασίας όχι σε αποφασιστικής σημασίας τομείς για τη εθνική κυριαρχία, αλλά κυρίως σε τομείς της οικονομίας (Χριστοδουλίδης, 2010: 52). Το σκεπτικό της ήταν ότι στην πορεία θα δημιουργηθεί η δυναμική για την διεύρυνση του περιεχομένου της ενοποίησης και την διάχυση (spill over) της και σε άλλους τομείς (Λάβδας, 2002: 50).
Τον διακυβερνητισμό αντιπροσωπεύει η εθνοκεντρική προσέγγιση, η οποία θέλει ως βάση οργάνωσης της Ε.Ε. το εθνικό κράτος (Παπαχριστόπουλος Insensé - Η ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ) και τάσσεται κατά της υπερεθνικής ολοκλήρωσης (Χριστοδουλίδης, 2010: 74), ζητά την επανεθνικοποίηση της λήψης αποφάσεων σε διαφόρους τομείς άσκησης ευρωπαϊκής πολιτικής και τάσσεται, κυρίως στο πολιτικό επίπεδο, υπέρ της ενίσχυσης των θεσμών της Ε.Ε. όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται διακρατικά.
Η ομοσπονδιακή προσέγγιση στηρίζεται στην πεποίθηση ότι για να αντιμετωπιστούν οι διεθνείς εξελίξεις στον οικονομικό και τεχνολογικό τομέα, θα πρέπει να υπάρξει υπέρβαση των εθνικών θεσμικών πλαισίων και να αναδειχθεί η έννοια της υπερεθνικότητας.

Ο νεολειτουργισμός και οι επιδράσεις του
Ο νεολειτουργισμός αποτελεί μια δημοφιλή προσέγγιση για την ανάλυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και αποτελεί κριτική μετεξέλιξη του λειτουργικού δόγματος, στηρίζοντας την προσπάθεια ενοποίησης στην οικονομική ολοκλήρωση.
Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, όπου οι πληγές της Ευρώπης ήταν ακόμη ανοικτές, προτιμήθηκε να γίνουν αρχικά μικρά βήματα με σκοπό αργότερα να υπάρξει διάχυση (το λεγόμενο «spillover») των θετικών οικονομικών δεδομένων σε παράπλευρους τομείς ενοποίησης.
Προτάχθηκε η οικονομική ολοκλήρωση και η εγκαθίδρυση κοινών βάσεων οικονομικής ανάπτυξης ως το πρώτο στάδιο για την δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας. Στην βάση αυτή συντάχθηκε και υλοποιήθηκε το όραμα του J. Monnet και το Σχέδιο Schuman για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα τον Απρίλιο του 1951. Όπως αναφέρει ο Χριστοδουλίδης (2010: 52) «η ιδέα αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού προτύπου (…) και η κοινή αγορά εδραιωνόταν στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού».
Την ομοσπονδιακή οπτική της ΕΚΑΧ υποστασιοποιούσε η Ανώτατη Αρχή, ένα όργανο με ευρείες αρμοδιότητες, το οποίο ήταν επιφορτισμένο να εκπροσωπεί το «γενικό συμφέρον της Κοινότητας». Η ΕΚΑΧ βασιζόταν στην οικονομική συνεργασία, περιοριζόταν σε ένα τομέα που είναι βαρύνουσα σημασία για τις 6 χώρες που συμμετείχαν και χωρίς να ξεκινά από καθαρά πολιτικό υπόβαθρο, έκανε τεράστια άλματα οικονομικής συνεργασίας και ολοκλήρωσης, τα οποία στη συνέχεια είχαν σημαντικές πολιτικές συνέπειες και προεκτάσεις (Λάβδας, 2002: 61). Η ΕΚΑΧ ήταν ο πρώτος Ευρωπαϊκός θεσμός που είχε συγκροτηθεί υπερεθνικά και διακυβερνητικά.
Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο νεολειτουργισμός αποτελεί ένα μείγμα μεταξύ του ομοσπονδιακού και του λειτουργικού υποδείγματος, με τους πρεσβευτές της προσέγγισης αυτής να πιστεύουν ότι η πολιτική ολοκλήρωση σε υπερεθνικό επίπεδο προκύπτει ως μακροπρόθεσμη συνέπεια της συγκρατημένης οικονομικής ολοκλήρωσης.
Υπό την πολιτική του νεολειτουργισμού δημιουργήθηκε ΕΟΚ, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα αλλά και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, όμως πλέον από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά, γίνονται εντονότερες οι «φωνές» και οι αντιθέσεις των υπερεθνικών και των διακυβερνητικών πολιτικώ τάσεων.
Στις 25 Μαρτίου 1957 υπογράφηκαν στην Ρώμη οι ιδρυτικές συνθήκες της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ-Euratom, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ από την 1/1/1958. Όπως αναφέρει ο Χριστοδουλίδης (2010: 65), η Συνθήκη της Ρώμης δημιούργησε ένα νέο πρότυπο οργάνωσης που βρίσκεται μεταξύ του υπερεθνικού και του διακυβερνητικού. Ενδεικτικά, η ΕΟΚ, μια κατεξοχήν οικονομική σύμπραξη, αποσκοπούσε στην δημιουργία μιας κοινής αγοράς που προϋπέθετε την κατάργηση δασμών και φραγμών στην διακίνηση προϊόντων, προσώπων και υπηρεσιών.
Για πρώτη φορά θεσπίστηκαν ρυθμίσεις που προέβλεπαν την παραχώρηση από τα εθνικά κράτη των κυριαρχικών τους εξουσιών για οικονομικά ζητήματα, όπως ήταν ο ανταγωνισμός, η κοινή αγορά, ελεύθερη διακίνηση, η τελωνειακή και εμπορική πολιτική κλπ. προς υπερεθνικά όργανα.
Στα πρώιμα στάδια της ευρωπαϊκής ενοποίησης υπήρξε περισσότερο έντονη η ομοσπονδιακή τάση, χωρίς ωστόσο να μπορεί να γίνει λόγος ότι κυριάρχησε επί της διακυβερνητικής τάσης. Είναι δε, γεγονός ότι τα τρία κορυφαία όργανα που προέκυψαν από τη Συνθήκη της Ρώμης αποτελούν συνδυασμό και των δύο μοντέλων: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέκτησαν κατ’ εξοχήν υπερεθνικό χαρακτήρα, ενώ το Συμβούλιο Υπουργών λειτουργούσε με βάση την Διακυβερνητική Συνεργασία.
Η Γαλλία που πρωτοστάτησε στη δημιουργία της ΕΚΑΧ και των άλλων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ήταν βασική υποστηρίκτρια της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά δεν απέκλειε και το ενδεχόμενο συγκρότησης μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας στο μέλλον. Ωστόσο αιχμή της προσέγγισης των Γάλλων ήταν η λειτουργική ιδέα της ενοποίησης συγκεκριμένων τομέων της οικονομίας, οι οποίοι στη συνέχεια θα οδηγούσαν σε περαιτέρω ενοποίηση (Λάβδας, 2002: 86).Η στάση της, ωστόσο άλλαξε μετά το 1958 με τις κυβερνήσεις Ντε Γκολ, που τάχθηκε κατά της υπερεθνικής διάστασης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δίνοντας μεγαλύτερο βήμα στον διακυβερνητισμό.

Ο διακυβερνητισμός στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε.
Ο Ντε Γκολ έβλεπε με καχυποψία την ισχυροποίηση των κοινοτικών θεσμών και κυρίως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επιθυμώντας τη διατήρηση μιας διακυβερνητικής κατά κύριο λόγο θεσμικής δομής και τρόπου λειτουργίας των κοινοτήτων. Την ίδια περίοδο, το Βέλγιο, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία παρέμειναν ένθερμοι υποστηρικτές της ενοποίησης (Λάβδας, 2002: 86), με αποτέλεσμα να ενταθούν οι αντιθέσεις στους κόλπους της ΕΟΚ.
Ο Γάλλος Πρόεδρος θεωρούσε πως η ευρωπαϊκή ενοποίηση θα είχε γερά θεμέλια εάν βασιζόταν στην αναγνώριση του ρόλου των εθνικών κρατών της Ευρώπης. Και όπως αναφέρει ο Λάβδας (2002: 89): «Ο Γάλλος Πρόεδρος δεν αντιμετώπισε αρνητικά τη λειτουργική ιδεατής τομεακής οικονομικής ενοποίησης, παρ' όλο που πίστευε ότι αυτή δεν μπορούσε τελικά να υπερβεί τα πλαίσια που, σε τελική ανάλυση, παραμένουν δια¬κυβερνητικά` και βέβαια δεν εναντιωνόταν στη ριζική μεταβολή του παραδοσιακού, εθνικιστικού ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού».
Υπό αυτά τα δεδομένα, ήτα αναπόφευκτο να υπάρξουν τριβές εντός του κόλπου της ΕΟΚ, με τον Ντε Γκολ να αντιτίθεται στον τρόπο που η Ερωπαϊκή Επιτροπή προωθούσε την ενοποίηση και του Προέδρου της και εντέλει ο διακυβερνητισμός ενισχύθηκε από τα γεγονότα μετά το λεγόμενο Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου το 1966.
Δεύτερο σημείο τριβής για τα γαλλικά συμφέροντα ήταν η ΚΑΠ, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, η οποία σαν θεσμός υφίσταται μέχρι σήμερα και απορροφά μεγάλο κομμάτι του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, καθώς η γαλλική κυβέρνηση επεδίωκε να πετύχει μεγαλύτερα οφέλη για τον αγροτικό τομέα της από τις κοινοτικές πολιτικές. Επίσης, αρνείτο την εκχώρησης μεγαλύτερων εξουσιών στο Ευρ. Κοινοβούλιο για τα θέματα του προϋπολογισμού, την υιοθέτηση της αρχής της πλειοψηφίας στην λήψη των αποφάσεων κλπ.,
Με τον Συμβιβασμό του Λουξεμβούργο, μετά από σειρά πιέσεων, απειλών για αποχώρηση και μη συμμετοχή στα θεσμικά όργανα όπως το Κοινοβούλιο, η Γαλλία πέτυχε να μεταφερθούν χρονικά οι αποφάσεις για τα φλέγοντα θέματα για μετά το 1970. Και όπως σημειώνει ο Χριστοδουλίδης (2010: 76): «σύμφωνα με την φόρμουλα αυτή, στη περίπτωση που ένα κράτος μέλος θεωρούσε ότι διακυβευόταν ‘ένα πολύ σημαντικό εθνικό συμφέρον του’, το Συμβούλιο θα προσπαθούσε εντός εύλογου χρόνου να βρει τη λύση που θα γινόταν ομόφωνα αποδεκτή».
Ουσιαστικά, το κεντρικό σημείο του Συμβιβασμού αφορούσε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στις Ε.Κ. Σύμφωνα με την απαίτηση της Γαλλίας, η αρχή της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων παρέμεινε ισχυρή και η μετεξέλιξη προς την επικράτηση της αρχής της ειδικής πλειοψηφίας, ανακόπηκε, προσωρινά τουλάχιστον.
Ο διακυβερνητισμός λοιπόν, στηρίζεται την ισχύ των κυρίαρχων κρατών και θεωρεί πως η εξουσία πηγάζει από την συμφωνία τους με ομοφωνία, κριτήριο απαραίτητο και άμεσα συνυφασμένο με τον πυρήνα της θεωρίας αυτής, και επίσης, συνεπάγεται ότι τα κράτη της Ε.Ε. έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας, δηλαδή μπορούν να «μπλοκάρουν», με βέτο τις αποφάσεις.
Ο Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου επέφερε ως ένα βαθμό θεσμική στασιμότητα, όπως σημειώνει ο Λάβδας (2002: 95) εφόσον η κυρίαρχη στα προηγούμενα χρόνια δυναμική της εμβάθυνσης της ενοποίησης ανακόπηκε με την ισχυροποίηση της αρχής της ομοφωνίας στην Κοινοτική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Στην πράξη πάντως, ο Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου έχασε τη σημασία του από την έναρξη ισχύος της Ενιαίας Πολιτικής Πράξης , τον Ιούλιο του 1987 (Χριστοδουλίδης, 2010: 76).
Έτερο δείγμα διακυβερνητισμού στην θεσμική εξέλιξη της Ε.Ε. ήταν η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Κορυφής. Το Ευρ. Συμβούλιο απέκτησε τη σημερινή του μορφή και τυπική διάσταση μόλις το 1986 με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και αποτελεί έκτοτε την κορωνίδα της διακυβερνητικής συνεργασίας και συνέβαλε στην… εξασθένιση του υπερεθνικού ρόλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Βέβαια, οι συναντήσεις των αρχηγών κρατών πραγματοποιούνταν και πριν. Η πρώτη τέτοια συνάντηση έλαβε χώρα το 1961, ενώ το 1974, η Γαλλία του Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν πρότεινε να γίνονται τουλάχιστον τρεις συναντήσεις κάθε χρόνο. Αυτό ίσχυσε μέχρι το 1986, οπότε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο άρχισε να λειτουργεί ως κανονικός Κοινοτικός θεσμός (Λάβδας, 2002: 73).
Πρέπει να τονιστεί δε, ότι είχε μεσολαβήσει η αποχώρηση του Σαρλ Ντε Γκολ από την εξουσία το 1969, που επέτρεψε την απεμπλοκή του μηχανισμού της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την έναρξη μιας νέας φάσης του ενοποιητικού εγχειρήματος. Η σύγκληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Χάγη το 1969, κατέληξε σε συμφωνία για την διεύρυνση των Ε.Κ., ενώ παράλληλα τέθηκαν οι βάσεις για τα επόμενα βήματα της ενοποίησης, με την Γαλλία να άρει το βέτο για την ένταξη της Βρετανίας. Το 1973 έγινε η πρώτη διεύρυνση με την ένταξη Αγγλίας, Δανίας και Ιρλανδίας ως πλήρη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Λάβδας 2002: 93). Ακολούθησε η Ελλάδα το 1981 και οι Ισπανία και Πορτογαλία το 1986.

Η ομοσπονδιακή προσέγγιση
Υπό τον Ζακ Ντελόρ επικεφαλής στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφασίστηκε ότι έπρεπε να δοθεί νέα ώθηση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και να υπάρξει μια αναζωογόνηση προς την πλευρά της ενίσχυσης της ομοσπονδιακής θεώρησης, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να αντιμετωπίζονται πιο ευέλικτα τα προβλήματα στα θεσμικά όργανα.
Μετά δε, την οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70 και της στασιμότητάς στην Ευρώπη, τα μέλη των Ε.Κ. αναζητούσαν τις οικονομικές προοπτικές που θα επέφεραν και πάλι ανάπτυξη. Έτσι, Έτσι, οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών των Ε.Κ. αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν τη δυνατότητα που τους προσέφερε για το ξεπέρασμα της ευρωπαϊκής στασιμότητας η ύπαρξη του Κοινοτικού πλαισίου. «Αντί να διολισθήσουν και πάλι σε καθαρά εθνικές στρατηγικές, αποφάσισαν να επεκτείνουν, να εμβαθύνουν και να ολοκληρώσουν πλήρως την κοινή αγορά που είχε ιδρυθεί με τη Συνθήκη της Ρώμης», σημειώνει ο Λάβδας (2002: 105), δημιουργώντας μια πραγματικά ενιαία αγορά με την κατάργηση κάθε είδους διαχωριστικού φραγμού στο εσωτερικό των Κοινοτήτων.
Σε θεσμικό επίπεδο υπήρξαν δύο σημαντικές βελτιώσεις: πρώτον, η αποδοχή της ομοφωνίας και/ή υιοθέτηση πρόσθετων μορφών πλειοψηφίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων από Κοινοτικούς θεσμούς και δεύτερον, η ανάγκη ενίσχυσης του δημοκρατικού χαρακτήρα του Κοινοτικού πλαισίου και αναβάθμισης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Λάβδας 2002: 106).
Έτσι, η Διακυβερνητική Διάσκεψη του 1985 αποδείχτηκε μία από τις σημαντικότερες, αφού κατέληξε στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η οποία αποτέλεσε σημαντικό αναθεωρητικό σταθμό τόσο σε σχέση με την ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς όσο και με τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις.
Εκτός από την επέκταση της λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία, καθορίστηκε επιπλέον, για πρώτη φορά επίσημα ότι τα θέματα υψηλής πολιτικής που άπτονται μειζόνων εθνικών συμφερόντων θα αντιμετωπίζονταν σε διακρατικό επίπεδο, στα Συμβούλια Υπουργών και στις Συνόδους Κορυφής. Επίσης, αναγνώρισε επίσημα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Χριστοδουλίδης 2010: 124).
Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ενίσχυσε την ευρωπαϊκή ενοποίηση προς ομοσπονδιακή κατεύθυνση, δεδομένου ότι έδωσε το δικαίωμα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καθορίζει το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον στα θέματα χαμηλού επιπέδου που άπτονταν του πεδίου δράσης της και δεν επηρέαζαν το Εθνικό συμφέρον των 12 μελών της ΕΟΚ. Προωθήθηκαν. με τον τρόπο αυτό, τα σχέδια για την «Ενιαία Αγορά» και προχώρησαν οι δράσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την συνοχή και την σύγκλιση των κρατών της Ε.Ε μέσω του Α’ Κ.Π.Σ. και μπήκαν οι βάσεις για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Οι συγκεκριμένες παράμετροι που ορίζουν την οικονομική ένωση των χωρών της ΕΟΚ αποκρυσταλλώθηκαν τρία χρόνια αργότερα, το 1989, στην αναφορά για την ΟΝΕ της Επιτροπής υπό την προεδρεία Ντελόρ. Η αναφορά αυτή έθεσε τις βάσεις για τη συμφωνία για την ΟΝΕ στο πλαίσιο της Διακυβερνητικής Διάσκεψης και, τελικά, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1992, γνωστή ως Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία προέβλεπε την σύγκλιση των οικονομιών των κρατών-μελών, την σύγκλιση των κρατικών πολιτικών τους στο οικονομικό πεδίο και την νομισματική ένωση με την υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος, του ευρώ, και την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Λάβδας 2002: 114-115).
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ενώ είναι σαφής ο ομοσπονδιακός ή υπερεθνικός χαρακτήρας ανάπτυξης της Ε.Ε., δεν λειπουν οι διακυβερνητικές προσεγγίσεις, στο πλαίσιο περιφρούρησης ή και περιχάραξης των συμφερόντων των χωρών – μελών της ΕΕ ή της ΟΝΕ έναντι και των εταίρων τους.
Η Συνθήκη του Μαάστριχτ ενίσχυσε την ομοσπονδιακή κατεύθυνση της Ε.Ε. αφού αναγνώρισε για πρώτη φορά το δικαίωμα ταχύτερων ρυθμών ενοποίησης με αρχικό πεδίο εφαρμογής την ΟΝΕ, δέχθηκε για πρώτη φορά την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και επέτεινε την συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (Λάβδας 2002: 117).
Παράλληλα όμως, με την Συνθήκη του Μαάστριχτ ικανοποιούνται και μια σειρά «αιτημάτων» της διακυβερνητικής πολιτικής θεώρησης, αφού έδινε το δικαίωμα αυτοεξαίρεσης (opting-out) ενός κράτους από μια κοινή πολιτική, με την Αγγλία να κάνει χρήση αυτού και να μην μετέχει στην ΟΝΕ, εισήγαε, έστω και με συμβολική σημασία, την έννοια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας ενώ παράλληλα έκανε αναφορά στον σεβασμό της εθνικής ταυτότητας των κρατών της Ε.Ε, εισήγαγε την αρχή της επικουρικότητας, με βάση την οποία τα κράτη μπορούν να αναλαμβάνουν δράση όχι υποχρεωτικά στο πλαίσιο της Ε.Ε. κλπ. (Λάβδας 2002: 120-121), προκειμένου να μην επιφορτίζονται τα ανώτερα όργανα της Ε.Ε. με ζητήματα περιφερειακού χαρακτήρα
Η Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1996 έρχεται να αποσαφηνίσει ζητήματα της προηγούμενης συνθήκης, να προσδώσει προσδίδει κάποια υπερεθνικά στοιχεία στην κυρίαρχα διακυβερνητική ΚΕΠΠΑ και για πρώτη φορά η εξωτερική και αμυντική πολιτική της Ένωσης αποκτά εκπρόσωπο, ένα θεσμό που θυμίζει Υπουργείο Εξωτερικών και ενισχύει τους υπερεθνικούς θεσμούς του Κοινοβουλίου και της Κομισιόν (Λάβδας 2002: 133).
Ωστόσο, στην ίδια συνθήκη προβλέπεται η θεσμοθέτηση της επίκλησης του «ζωτικού εθνικού συμφέροντος» για τη χρήση του βέτο σε ορισμένες περιπτώσεις, η αδυναμία περαιτέρω επέκτασης της αρχής της ειδικής πλειοψηφίας και η έννοια της «ενισχυμένης συνεργασίας» στην εξέλιξη της ενοποίησης. Η τελευταία αναφέρεται στο παλαιότερο αίτημα της «ευελιξίας» δίνοντας τη δυνατότητα στα κράτη που θέλουν και μπορούν να προχωρήσουν με γρηγορότερα βήματα να μην καθυστερούν λόγω της έλλειψης βούλησης ή ικανότητας από τους εταίρους τους.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η προσπάθεια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της δόμησης της Ε.Ε. όπως την γνωρίζουμε σήμερα πέρασε από πολλά κύματα οικονομικής και πολιτικής ζύμωσης. Καθένα από αυτά γινόταν και γίνεται αντιληπτό υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν την δεδομένη χρονική στιγμή που χαράσσονταν οι πολιτικές. Υπό το πρίσμα μιας ενωμένης Ευρώπης, αλλά χωρίς τα κράτη – μέλη των Ε.Κ. να είναι διατεθειμένα να απολέσουν εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Έτσι είδαμε ότι τα πρώτα χρόνια ζωής της Ε.Κ. τα κράτη – μέλη είχαν επικεντρωθεί στην οικονομική συνεργασία και ένωση, προκειμένου να ανακάμψουν από τις απώλειες του Β Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, η ανάγκη επανένταξης της Γερμανίας και πιο εθνικιστική στροφή της Γαλλίας, οδήγησαν στην επικράτηση διακυβερνητικών πολιτικών ρευμάτων.
Η δεκαετία του ’70 αλλάζει τις προσεγγίσεις, φέρνοντας στο προσκήνιο τις ομοσπονδιακές προσεγγίσεις και την ανάγκη μιας ευρωπαϊκής οντότητας πιο διευρυμένης και ανοικτής σε συνεργασίες, συμπράξεις και συναλλαγές. Χωρίς όμως, οι χώρες – μέλη να απεμπολούν την εθνική τους κυριαρχία ή να έχουν μοναδικό μέλημά τους τα κοινά συμφέροντα της Ε.Ε. εις βάρος των εθνικών τους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χριστοδουλίδης Θ, 2010, Από την Ευρωπαϊκή Ιδέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Η ιστορική διάσταση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος 1923-2004, Αθήνα, Ι. Σιδέρης

Λάβδας Κ, 2002, Ευρωπαϊκά Ιδεολογικά Ρεύματα κατά το β΄ μισό του 20ου Αιώνα και τη Μετα-Σοβιετική Περίοδο – Δημιουργία και Εξέλιξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εγχειρίδιο Μελέτης τ.Β., Πάτρα, ΕΑΠ


ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
Παπαχριστόπουλος Χρήστος, Insensé - Η ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ, http://wwwinsense.blogspot.com/2010/06/blog-post_07.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: