Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΠΟ 20 - Εργασία 2η 2010-2011


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΡΟΔΟΠΗ ΧΑΪΚΟΥ

Θ.Ε.: ΕΠΟ 20

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 2Η

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2011

ΘΕΜΑ: Από τον 17ο αιώνα έως και το τέλος του 18ου αιώνα στην Ευρώπη, αφενός οι βασιλικές αυλές και οι αριστοκρατικοί κύκλοι,  αφετέρου οι φιλόσοφοι και επιστήμονες του Διαφωτισμού, αποτελούν δύο αντίθετα φορτισμένους πόλους, οι οποίοι επενεργούν στην εξέλιξη των κοινωνιών και συνεπώς των τεχνών. Αναλύστε ένα έργο τέχνης της επιλογής σας (αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής ή γλυπτικής) του αυλικού/αριστοκρατικού πλαισίου επιρροής και συγκρίνετέ το με αντίστοιχο από το πεδίο των νέων κατευθύνσεων του Διαφωτισμού, αναδεικνύοντας το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκαν.
    Παράλληλα με τις εικαστικές τέχνες, στη μουσική βλέπουμε δύο μεγάλους συνθέτες γεννημένους την ίδια χρονιά: τον Γκέοργκ Φρ. Χαίντελ(1685-1759) και τον Ζαν Φιλίπ Ραμώ (1683-1764), να δημιουργούν μέσα σε διαφορετικό περιβάλλον ο καθένας. Ο Χαίντελ είναι ένας θεατρικός επιχειρηματίας που λίγο εξαρτάται από την αυλή και περισσότερο από την προσωπική του δουλειά. Είναι εξάλλου φίλος του Χόγκαρθ και του κύκλου του λογίου Σάμιουελ Τζόνσον. Από την άλλη ο Ζαν Φιλίπ Ραμώ κύριος εκπρόσωπος της Γαλλικής μουσικής και αντίπαλος του Ρουσώ στη διαμάχη των Μπουφόνων εκφράζει ουσιαστικά την γαλλική αριστοκρατία που παρακμάζει. Συγκρίνετε τα είδη των έργων που γράφουν και αναζητείστε το κοινό στο οποίο απευθύνονται.

Αριθμός λέξεων: 2250


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Από τον 17ο, αλλά κυρίως τον 18ο αιώνα η Ευρώπη και το κοινωνικό και φιλοσοφικό πνεύμα που την διέπει επιζητεί να αντικαταστήσει την κληρονομημένη τάξη πραγμάτων του παρελθόντος, της οποίας καταγγέλλονται οι σκληρώσεις και οι αρχαϊσμοί, με μια νέα κοινωνία στην οποία τα φυσικά δικαιώματα του ατόμου θα διαφυλάσσονται από τα φωτισμένα κράτη και από το Διαφωτισμό των φιλοσόφων.
Η αριστοκρατία και η βασιλική αυλή παραμένουν, αν και παρακμάζουσες, ενώ η αστική τάξη αναδύεται κοινωνικά, μετά την οικονομική της άνθιση. Σε αυτό το νέο κοινωνικό γίγνεσθαι, οι εικαστικές τέχνες και η μουσική, δεν μένουν ανεπηρέαστες. Από τη μια οι τάσεις του νεωτερισμού κάνουν "ηχηρή" την παρουσία τους και από την άλλη, οι εκφραστές των υφιστάμενων δομών προσπαθούν να κρατηθούν στο προσκήνιο, διατηρώντας κάτι από την αίγλη των παρελθόντος.
Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε αυτούς του δύο αντικρουόμενους πόλους στο πεδίο της τέχνης.

Οι κοινωνικές συνθήκες του 17ου και 18ου αιώνα και πώς επηρεάζουν την τέχνη
Ο 17ος αιώνας στην Ευρώπη ήταν αρκετά ταραγμένος εξαιτίας της επανεμφάνισης των λιμών και επιδημιών, η φτώχεια εντείνεται εξαιτίας των συνεχών κακών σοδειών και της νομισματικής στενότητας με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι εξεγέρσεις, ενώ οι πόλεμοι ερημώνουν τις χώρες.
Αυτή η περίοδος των ταραχών βρίσκει ένα μέσο έκφρασης στο μπαρόκ, γεννημένο από τη βούληση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να εδραιώσει μετά την Σύνοδο του Τριδέντου τα νέα δόγματα, σαν μια τέχνη της Αντιμεταρρύθμισης, κατά του Προτεσταντισμού (Berstein-Milza, 1997: 350-356). Το μπαρόκ αποτελεί αρχικά μια μορφή αναπαράστασης των ιερών μυστηρίων, των οποίων ο δραματικός και θεατρικός χαρακτήρας απευθύνεται λιγότερο στην λογική και περισσότερο στην ευαισθησία ή φαντασία. Στην συνέχεια όμως, συνιστά επίδειξη πλούτου για να τονιστεί η δύναμη της Εκκλησίας ή του ηγεμόνα.
Παράλληλα, το μπαρόκ ανταποκρίνεται και στην ευαισθησία της εποχής, την πηγαία έκφραση των συναισθημάτων, του αισθήματος της τιμής που οδηγεί σε μονομαχίες κλπ. Αυτές οι αξίες έλκουν τις αγροτικές κοινωνίες, τον αγράμματο κόσμο, που εκστασιάζεται μπροστά στην πολυτέλεια και ακούει για τους βίους των Αγίων με την ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου.
Οι μοναρχίες από την πλευρά τους αξιοποιούν την πολυτέλεια τις κατασκευές, τον διάκοσμο και το πομπώδες ύφος στα βασιλικά έργα για να διατυμπανίσουν και να τρανώσουν την εξουσία τους (Berstein-Milza, 1997: 358).
Επιβεβλημένη από τον Λουδοβίκο ΙΔ', η «μεγάλη καλαισθησία» τίθεται υπό αμφισβήτηση μετά τις αποτυχίες της απόλυτης μοναρχίας και την οικονομική κρίση του κράτους. Το πνεύμα ελευθερίας που μαρτυρούν τα πρώτα γραπτά του Διαφωτισμού αγγίζει και την τέχνη του 18ου, που αιώνα παύει να περιβάλλεται τον σχετικά επίσημο χαρακτήρα που συνήθιζε, για να γίνει μια τέχνη ιδιωτική.
Σύμφωνα με τους Berstein-Milza (1997: 408) "ο ηγεμόνας παύει να είναι ο κύριος μαικήνας, τον οποίο μιμούνται οι πλουσιότεροι από τους αυλικούς. Ευγενείς και αστοί παραγγέλλουν πλέον έργα τα οποία σκοπό έχουν να τους προσφέρουν την απόλαυση των ματιών και την άνεση της ζωής". Εφοπλιστές, χρηματιστές, μέλη των παρλαμέντων ή μεγάλοι αρχιερείς διακοσμούν τους μεγαλοπρεπείς πύργους ή τα ιδιωτικά μέγαρα που χτίζουν με πίνακες και γλυπτά των καλλιτεχνών.
Εγκαταλείποντας τη μεγαλοπρέπεια και την επίδειξη, η κοινωνία του 18ου αιώνα επιζητεί την άνεση.

Από τις Βερσαλλίες στο αγγλικό δόγμα της καλαισθησίας
Ο Λουδοβίκος ΙΔ δεν αποτέλεσε εξαίρεση απολυταρχικού ηγεμόνα του 17ου αιώνα, ο οποίος ήθελε να συνδέσει το όνομα και την υστεροφημία του με ένα μεγαλειώδες αρχιτεκτονικό έργο. Ως αποτέλεσμα, το ανάκτορο των Βερσαλλιών, χτισμένο σε μια αγροτική περιοχή κοντά στο Παρίσι, όπου μετέφερε την έδρα της Αυλής (Αλμπάνη-Κασιμάτη, 2008: 202), αποτέλεσε σημείο αναφοράς τη χλιδής και της επίδειξης δύναμης για τον βασιλιά της Γαλλίας στην συνείδηση του λαού, αλλά και των υπολοίπων βασιλικών οικογενειών της Ευρώπης.
Στο ανάκτορο των Βερσαλλιών, που άρχισε να χτίζεται από το 1660-1680, εκφράζεται με τον καθαρότερο τρόπο η δύναμη της τέχνης να εντυπωσιάζει και να επιβάλλεται, στα πρότυπα που είχαν καθιερώσει οι μεγαλειώδεις καθολικοί ναοί. "Οι Βερσαλλίες είναι τόσο μεγάλες ώστε καμία φωτογραφία δεν αποδίδει την εντύπωση που προκαλεί το κτήριο", αναφέρει ο Gombrich (1998: 447), με αποτέλεσμα οι Βερσαλλίες κυρίως λόγω του μεγέθους και της έκτασής τους, παρά για τον διάκοσμό τους, να θεωρούνται μπαρόκ.
Οι αρχιτέκτονες που σχεδίασαν το ογκώδες κεντρικό κτίριο και τις παράπλευρες, ανεξάρτητες πτέρυγες, και διακόσμησαν και το τεράστιο πάρκο με ένα σκηνικό από γλυπτικά συμπλέγματα και σιντριβάνια ήταν ο Λε Βω και ο Ζυλ Αρτουέν Μανσάρ αργότερα. Υπάρχουν τουλάχιστον 123 παράθυρα στην πρόσοψη κάθε ορόφου προς τους κήπους, ενώ τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του πάρκου ανέλαβε ο Αντρέ Λε Νοτρ.
Το τεράστιο αυτό σύμπλεγμα σχεδιάστηκε από την αρχή για να είναι το μεγαλύτερο ανάκτορο του κόσμου. "Αξιοθαύμαστη και αναγνωρίσιμη ως σήμερα είναι η συνέ¬πεια στη σύλληψη και η εσωτερική συνοχή του", αναφέρουν οι Αλμπάνη-Κασιμάτη (2008: 202).
Από τις εσωτερικές αίθουσες η πιο γνωστή είναι η Αίθουσα των Κατόπτρων, όπου ο ένας τοίχος αποτελείται από καθρέφτες που φωτίζονται από το εξωτερικό πάρκο και όπου ο Λεμπρέν απαθανάτισε τους νικηφόρους πολέμους του «Βασιλιά Ήλιου».
Οι αρχιτέκτονες προσπάθησαν κυρίως να διευθετήσουν τους τεράστιους όγκους του κτιρίου σε εντελώς χωριστές πτέρυγες και να τους δώσουν αρχοντιά και μεγαλείο. Τόνισαν το κέντρο του κυρίου ορόφου με μια σειρά ιωνικούς κίονες, που υποστήριζαν ένα θριγκό στολισμένο στο επάνω μέρος με αγάλματα, και πλαισίωσαν το εντυπωσιακό αυτό κεντρικό μοτίβο με διακοσμήσεις του ί'διου τύπου.
Όπως αναφέρει ο Gombrich (1998: 447) "και αυτοί (σ.σ. βασιλιάδες και ηγεμόνες της Ευρώπης) ήθελαν να παρουσιάζονται σαν πλάσματα διαφορετικά, που η θεία εξουσία τα ξεχώριζε από το γένος των κοινών ανθρώπων".
Η σταδιακή αρχιτεκτονική διαμόρφωση του χώρου αποτελεί από μόνη της ακριβή ιστορική καταγραφή της εδραίωσης της απόλυτης μοναρχίας και της παρεπόμενης τιθάσευσης της τάξης των φεουδαρχών στις βουλές του μονάρχη, μέχρι το 1789 φυσικά, και την Γαλλική Επανάσταση.
Το αγγλικό πρότυπο
Η αρχιτεκτονική στην Αγγλία τον 18ο αιώνα χαρακτηρίζεται από συγκράτηση και νηφαλιότητα, καθώς δεν ενστερνίστηκε ποτέ πραγματικά το μπαρόκ και είχε πρότυπα αναφορές κυρίως της Αναγέννησης. Και ίσως βρίσκεται πιο κοντά στον ορθολογισμό του Διαφωτισμού.
Κανένας Άγγλος βασιλιάς δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για να χτίσει Βερσαλλίες. Οι ευγενείς της Αγγλίας δεν χτίζουν παλάτια μεγαλοπρεπή, αλλά απλές εξοχικές -με αρχιτεκτονικές βέβαια απαιτήσεις- κατοικίες. Διαμορφώνεται το «καλό γούστο», το οποίο είναι προσα¬νατολισμένο προς τα ιταλικά πρότυπα και κυρίως προς τον Αντρέα Παλλάντιο, για τον οποίο έχει ήδη γίνει λόγος (Αλμπάνη-Κασιμάτη, 2008: 208).
Οι αρχιτέκτονες αυτών των εξοχικών σπιτιών απέφευγαν συνήθως τις υπερβολές του μπαρόκ και στο πλαίσιο των κανόνων του «καλό γούστο» ακολουθούσαν όσο γίνεται πιο αυστηρά τους πραγματικούς ή τους υποθετικούς νόμους της κλασικής αρχιτεκτονικής. Σύμφωνα με τον Gombrich (1998: 460) το βιβλίο του Παλλάντιο κατέληξε να θεωρείται ή υπέρτατη αυθεντία σε θέματα αρχιτεκτονικής καλαισθησίας στην Αγγλία του δέκατου ογδόου αιώνα. Η έπαυλη σε «παλλαδιανό στυλ» έγινε ή τελευταία λέξη της μόδας.
Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό δείγμα έπαυλης ήταν το Τσίσγουικ Χάους, το κεντρικό κτίριο της οποίας σχεδίασε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της, Λόρδος Μπέρλιγκτον, που επέβαλλε το γούστο και τη μόδα στον καιρό του και το διακόσμησε ό φίλος του Ουίλιαμ Κέντ.
Αντίθετα με τον Χίλντεμπραντ και άλλους αρχιτέκτονες της Καθολικής Ευρώπης, οι σχεδιαστές της αγγλικής έπαυλης πουθενά δεν παραβαίνουν τους αυστηρούς κανόνες του κλασικού ύφους. Η επιβλητική είσοδος έχει τη γνήσια μορφή ενός αρχαίου ναού με πρόσοψη κορινθιακού ρυθμού. Οι τοίχοι του κτιρίου είναι απλοί και σκέτοι, δίχως διάκοσμο, δεν υπάρχουν καμπύλες, σπείρες, αγάλματα στη σκεπή, ούτε και τερατόμορφα διακοσμητικά μοτίβα (Gombrich (1998: 460). Αντί για τις απέραντες επίσημες αίθουσες προτιμώνται μικρότερα εξειδικευμένα δωμάτια, καλύτερα προσαρμοσμένα στην ιδιωτική ζωή.
Μια αγγλική ιδιομορφία είναι η διαμόρφωση του «αγγλικού κήπου», που είναι η ένταξη ενός φυσικού, και όχι αρχιτεκτονικά σχεδιασμένου, κήπου ή πάρκου του σπιτιού ή του πύργου ο οποίος απεικόνιζε την ελεύθερη βλάστηση και αποδίδει την ατόφια ομορφιά της φύσης. Σε αντίθεση με τους Γαλλικούς περίτεχνους κήπους, οι οποίοι για τιυς Άγγλους ήταν ψεύτικοι και γελοίοι.
Στον 18ο αιώνα, οι αγγλικοί θεσμοί και το γούστο έγιναν πρότυπα για όλους τους Ευρωπαίους που ονειρεύονταν την κυριαρχία της λογικής και όχι την χρήση της τέχνης σαν επίδειξη δύναμης και δόξας ενός - ελέω Θεού- άρχοντα, ενώ έμφαση δινόταν στην βελτίωση της καθημερινότητας και της άνεσης.

Η Μουσική του Χέντελ και του Ραμώ
Οι αλλαγές που επιφέρει η περίοδος του Διαφωτισμού αντικατοπτρίζονται και στην μουσική, με τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς να αποτυπώνονται και στο λυρικό θέατρο. Αυτές τις επιρροές αλλά και τις "αντιστάσεις" του μοναρχικού - αριστοκρατικού κατεστημένου, που ακόμη υφίσταται αν και παρακμάζων θα εξετάσουμε μέσα από δύο συνθέτες της εποχής, τον Χέντελ και τον Ραμώ.
Ο Γκέοργκ Φρήντριχ Χέντελ, Γερμανός συνθέτης που έζησε και δημιούργησε στην Αγγλία διακρίθηκε κυρίως για τα ορατόριά του (θρησκευτικά φωνητικά έργα της περιόδου μπαρόκ), με πιο διάσημο τον Μεσσία. Το έργο του, το οποίο μουσικά τουλάχιστον ήταν εμπνευσμένο από την κοσμική μουσική (Μάμαλης, 2008:121), συνέβαλε στη μετάβαση από την εποχή της μουσικής μπαρόκ στην κλασσική μουσική, ίσως όχι κατ' επιλογήν, αφού η αποτυχία του ως θεατρικού επιχειρηματία, παρά την απήχηση των έργων του, τον στρέφουν από την όπερα στο ορατόριο. Ωστόσο, όπως αναφέρει ο Machlis (1996: 168) "γίνεται ένας από τους εκπροσώπους του νέου αστικού πνεύματος και προαγωγός του σύγχρονου μαζικού κοινού".
Επηρεασμένος από την ιταλική όπερα, θέλει να την φέρει στην Αγγλία και να την προσαρμόσει στα δεδομένα μιας άλλης χώρας, κάνοντας το Αγγλικό κοινό να αποδεχτεί τον ξενόφερτο συνθέτη και επιχειρηματίας. Και το επιτυγχάνει, γράφοντας σοβαρές όπερες ή όπερα αέρια, με πιο επιτυχημένη τον Ιούλιο Καίσαρα. Δεν μένει όμως πιστός σε ένα είδος. Ως ένας εκ των μουσικών διευθυντών της Βασιλικής Μουσικής Ακαδημίας ανεβάζει την Όπερα του Ζητιάνου, ένα έργο όπως αναφέρει ο Machlis (1996: 167) "με αγγλικό στίχο και με θέματα σχετικά με τις εμπειρίες του ακροατηρίου αυτή η πνευματώδης μπαλάντα όπερα είναι η απάντηση των μεσαίων τάξεων της Αγγλίας στους θεούς και τους ήρωες της αριστοκρατικής σοβαρής όπερας".
Καταγόμενος από τη μεσαία τάξη (ο πατέρας του ήταν εύπορος χειρούργος - κουρέας), ο Χέντελ δημιουργεί στην Αγγλία, όπου η μεσαία τάξη έρχεται για πρώτη φορά στην εξουσία (Machlis, 1996: 167). Είναι φυσικό λοιπόν, τα ερείσματα του να διαφέρουν από αυτά των συναδέλφων του στην ακόμη αυτοκρατορική Γαλλία, όπου η τέχνη ακόμη υπηρετεί την Αυλή και τις επιθυμίες των ευγενών, γεγονός που τον κάνει πιο δεκτικό στις αλλαγές τόσο των μουσικών θεμάτων όσο και των ιστοριών, του ύφους ή της δομής που τα έργα του πραγματεύονται.
Η καινοτομία του είναι ότι καθιστά την χορωδία - το λαό εν προκειμένω- στο κέντρο του δράματος, η οποία έχει ρόλο στα δρώμενα, εμπλέκεται σε αυτά και τα αντικατοπτρίζει, ενώ αναπτύσσει σε τεράστιες διαστάσεις κάθε επεισόδιο και συναίσθημα. Τα ορατόρια του Χέντελ χαρακτηρίζονταν από περισσότερο δραματική έκφραση και με ευρύτερη χρήση χορωδιακών στενά συνυφασμένων με το έργο (Μάμαλης, 2008:121). Η επιλογή του θέματος από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, ταιριάζει στις προτιμήσεις της τότε αστικής τάξης.
Ο “Μεσσίας” δεν “αφηγείται” τη ζωή και τα Πάθη του Χριστού. Ενοποιεί τα βιβλικά του αποσπάσματα (επιλογή κειμένων από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη) και τα συνδυάζει με πρωτότυπα κείμενα σε τρεις μεγάλες θεματικές ενότητες, στις οποίες μιλά για τον ερχομό του Μεσσία, τα Πάθη του, και το θρίαμβο της Ανάστασης. Ο Χέντελ στόχευσε περισσότερο στη λυρική και επική απεικόνιση της ιδέας της Λύτρωσης, στοιχείο που αγκαλιάστηκε θερμά από το κοινό.
Στη Γαλλία, ο Ζαν Φιλίπ Ραμώ θεωρείται ο συνθέτης η έμπνευση του οποίου στηρίχτηκε κυρίως στη γαλλική παράδοση και ένας θεωρητικός που με τα θεωρητικά γραπτά του θεμελίωσε τη σύγχρονη μουσική σκέψη (Μάμαλης, 2008: 122), αφού στηριζόμενος στην επιστήμη της ακουστικής, έθεσε τις αρχές της κλασικής αρμονίας.
Ο Ραμώ, εκφραστής μιας μεθοδικότητας και μιας λογικής, θα εμπλακεί στην περίφημη «διαμάχη των Μπουφόνων» το 1752 έχοντας φιλοσοφικό αντίπαλο τον Ζαν Ζακ Ρουσώ, ο οποίος εξέφρασε την προ-ρομαντική διαφωτιστική φιλοσοφία.
Ο Ραμώ ήταν υποστηρικτής της σοβαρής όπερας, που έλκει τα θέματά της από μια συμβατική παλαιότερη ιστορική περίοδο, ανάλογη εκείνης της εποχής του Λουδοβίκου ΙΣΤ', και πρόβαλε μια ηθική στάση (βλ. πουριτανισμό) μέσω ηρωικών πράξεων-προτύπων με υποδειγματικούς πρίγκιπες ή μοναχικούς ήρωες (Μάμαλης, 2008: 124).
Αντίθετα, η κωμική όπερα ή όπερα μπούφα, ιταλικής καταγωγής που αντλούσε τις ιστορίες της από την καθημερινότητα, κέρδισε την υποστήριξη του Ρουσώ και άλλων λόγιων, των ταλαντούχων μουσικών, καθώς και μελών της Αυλής, από τον κύκλο που πρόσκειτο στη βασίλισσα.
Ο Ρουσώ δηλωμένος αντίπαλος του συστήματος του Ραμώ και υπερασπιστής της ιταλικής όπερας, διατεινόταν ότι στη γαλλική όπερα τίποτα δε θύμιζε φυσικότητα, συνεπώς επρόκειτο για ένα είδος γεμάτο λάθη, αρκετά συμβατικό, όπως και οι πομπώδεις ανοησίες των λιμπρέτων και η κατάχρηση των διαρκώς επαναφερόμενων μύθων (Μάμαλης, 2008: 126). Αντίθετα, η ιταλική δεν είχε σταθερά μέρη, στερούνταν δραματικής δράσης, και, επιπλέον, επωμιζόταν και τα μειονεκτήματα της τραγουδισμένης προσωδίας, καθώς και της έλλειψης μουσικότητας που χαρακτήριζε τη γαλλική γλώσσα.
Σύμφωνα με τον Μάμαλη (2008: 127) "ο Ραμώ υποστήριζε ότι η μουσική είναι κάτι σχετικό, ίδια σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης και σε όλες τις εποχές, ενώ για τον Ρούσο η μουσική εξέφραζε τις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής".

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Τον 18ο αιώνα η Ευρώπη οικοδομείται γύρω από το φιλοσοφικό πνεύμα της λογικής. Οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού μιλούν για την νέα κοινωνία στην οποία τα φυσικά δικαιώματα του ατόμου θα διαφυλάσσονται και αντιτάσσονται στην κληρονομημένη τάξη πραγμάτων του παρελθόντος. Η μοναρχία τίθεται σε αμφισβήτηση, οι επιστήμες και τα γράμματα προχωρούν και αναπτύσσονται. Όλες αυτές οι κοινωνικές αλλαγές αποτυπώνονται στην εικαστική τέχνη, που σταδιακά απαλλάσσεται από το πομπώδες ύφος του μπαρόκ, την χλιδή και την μεγαλοπρέπεια και προσεγγίζει πιο καθημερινές πτυχές της ζωής, βάζει τον άνθρωπο στο κέντρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, επαναπροσεγγίζει την λατρεία της φύσης, 
Παράλληλα με τις εικαστικές τέχνες, στη μουσική η μεταστροφή από τα αυστηρά εκκλησιαστικά έργα στην σοβαρή όπερα και από κει στο ορατόριο και τις κωμικές και χαρούμενες θεματολογίες στην όπερα αναδεικνύουν τις φυσιογνωμίες του Χέντελ στην Αγγλία και του Ραμώ στη Γαλλία στους δύο αντίθετους κόσμους. Εκφραστής "ταπεινότερων" αναγκών ο πρώτος σε μια χώρα όπου αναρριχάται στην εξουσία η αστική τάξη, εκπρόσωπος της Γαλλικής μουσικής και του υφιστάμενους κοινωνικού status quo ο δεύτερος.






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αλμπάνη Τζ. – Κασιμάτη Μ., 2008, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, τ.Α. Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη από το Μεσαίωνα ως τον 18ο αιώνα, Πάτρα, ΕΑΠ.

Μάμαλης Ν, 2008, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, τ.Γ. Η Μουσική στην Ευρώπη, Πάτρα, ΕΑΠ.

Gonbrich H. E., 1998, Το Χρονικό της Τέχνης, μτφ. Λίνα Κάσδαγλη, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, ανατύπωση 2008

Machlis J.-Forney K., 1996, Η Απόλαυση της Μουσικής – Εισαγωγή στην ιστορία – μορφολογία της Δυτικής μουσικής, επιμέλεια μτφ. Δ. Πυργιώτης, Αθήνα, Fagotto

Berstein S.-Milza P., 1997, Ιστορία της Ευρώπης - Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη 5ος-18ος αιώνας, τ. 1., μτφ. Α. Κ. Δημητρακόπουλος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια


Δεν υπάρχουν σχόλια: