Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΠΟ 20 - Εργασία 3η 2010-2011


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ


ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΡΟΔΟΠΗ ΧΑΪΚΟΥ

Θ.Ε.: ΕΠΟ 20

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 3Η
ΜΑΡΤΙΟΣ 2011


ΘΕΜΑ: Οι καλλιτέχνες της Ευρώπης του τέλους του 19ου αιώνα προσανατολίστηκαν στην ανανέωση του καλλιτεχνικού λεξιλογίου μέσα από αναφορές σε εξω-ευρωπαϊκούς πολιτισμούς.
Αφού μελετήσετε και αξιολογήσετε το ιστορικό/κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι εικαστικές τέχνες και η αρχιτεκτονική στην Ευρώπη αυτής της περιόδου, εντοπίστε και σχολιάστε τους λόγους, αλλά και τους τρόπους με τους οποίους ανανεώνεται το εικαστικό λεξιλόγιο με επίκεντρο την έννοια του «εξωτισμού» και τεκμηριώστε τις αναλύσεις σας μέσα από 2 παραδείγματα (ένα έργο ζωγραφικής και ένα αρχιτεκτονικής) της επιλογής σας.
Κατά τον 19ο αιώνα αρκετοί συνθέτες έγραψαν μουσική εμπνευσμένη από τις παραδό-σεις άλλων εθνών, χρησιμοποιώντας ρυθμούς και όργανα μακρινών χωρών. Μέσα από συγκεκριμένα μουσικά έργα, αναφερθείτε στα εκφρασμένα μέσω της μουσικής εξωτικά στοιχεία, δηλαδή στη χρήση «τοπικού ιδιώματος» ενός έθνους διαφορετικού από αυτό του συνθέτη και δείτε αυτή την έκφραση σε σχέση με ιδέες του ρομαντισμού, αλλά και του εθνικισμού, όπως αυτές αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα.


ΑΡΙΘΜΟΣ ΛΕΞΕΩΝ: 1985


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Λίγο πριν την αυγή του 20ού αιώνα, η Ευρώπη έχει αλλάξει. Η αστική τάξη κυριαρχεί, οι Αυλές στην πλειονότητά τους είτε έχουν εκλείψει είτε παρακμάσει, η δεύτερη βιομηχανι-κή επανάσταση έχει εξελίξει τα δεδομένα στην παραγωγή και οι εμπορικές και πολιτικές σχέσεις με τις αποικίες και την Άπω Ανατολή είναι πιο στενές από ποτέ.
Εκ των πραγμάτων, σε αυτό το νέο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον, αλλάζει και το καλλιτεχνικό ρεύμα της Ευρώπης, λαμβάνοντας επιρροές από την τέχνη του κόσμου εκτός της Γηραιάς Ηπείρου και αποκτώντας έναν «εξωτικό» χαρακτήρα. Νέες γραμμές στη ζωγραφική και την αρχιτεκτονική, νέες τεχνοτροπίες, αλλά κυρίως ένας νέος τρόπος έκφρασης.
Ανεπηρέαστη δεν μένει ούτε η μουσική, στις συνθέσεις της οποίας εντάσσονται ρυθμοί και όργανα που μέχρι τότε δεν ήταν μέσα στα μοτίβα που είχαν συνηθίσει οι ακροατές από τους μεγάλους Ευρωπαίους συνθέτες. Είναι τα τέλη του 19ου αιώνα, η εποχή του νεο-ιμπρεσιονισμού και της «αρτ νουβώ».
Τους λόγους που συνετέλεσαν στην ανάπτυξη αυτών των νέων ρευμάτων θα αναπτύ-ξουμε στην παρούσα εργασίας, αναλύοντας τα μηνύματα που επιδιώκουν να περάσουν οι καλλιτέχνες μέσα από το έργο τους, απορρίπτοντας σε πολλές περιπτώσεις την λογική του ρομαντισμού, αλλά και του εθνικισμού.

Τα ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα της Ευρώπης στα τέλη του 19ου αιώνα
Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ο βιομηχανικός καπιταλισμός φτάνει στην ακμή τον στη βορειοδυτική Ευρώπη, η οποία κυριαρχεί στον κόσμο της εποχής, που ση-μαδεύεται από το θρίαμβο του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού (Berstein S.-Milza P., 1997: 163). Σε πολιτικό επίπεδο, η Γερμανία έχει την ισχύ στην Ευρώπη σε βάρος του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ ο κοινοβουλευτισμός έχει εγκαθιδρυθεί σε όλες σχεδόν τις χώρες.
Η ευρωπαϊκή μετανάστευση καταλήγει στη σύσταση απέραντων αποικιακών αυτοκρα-τοριών, η δε επιστημονική και τεχνική υπεροχή τους και η αφθονία των κεφαλαίων που επενδύουν στο εξωτερικό εξασφαλίζουν την πολιτική επιρροή των χωρών της Ευρώπης στον πλανήτη. Η υπερπόντια επέκταση και οι ανάγκες του καπιταλισμού για συγκέντρωση και περιορισμό του ανταγωνισμού, γεννούν «μήτρες» εθνικιστικών και ιμπεριαλιστικών τάσεων, ενισχύοντας τον εθνικισμό. Την ίδια στιγμή όμως, οι χώρες της Ευρώπης επηρεάζονται και προσλαμβάνουν στοιχεία από τις αποικίες τους, κυρίως στην έκφραση και εκδήλωση της κοινωνικής ζωής των αστών.
Οι οικονομικές κρίσεις και κυρίως η μεγάλη ύφεση των ετών 1873-1895 θέτουν υπό αμ-φισβήτηση τα δόγματα του φιλελεύθερου καπιταλισμού δεδομένου ότι η εταιρική συγ-κέντρωση και ο προστατευτισμός νοθεύουν τον ανταγωνισμό.
Η αστική τάξη είναι η κοινωνική κατηγορία με την ταχύτερη άνοδο και η ευημερία των ετών 1850-1870 την καθιστά κυρίαρχη τάξη στις πιο πολλές εκβιομηχανισμένες χώρες (Berstein S.-Milza P., 1997: 202). Οι μεγαλοαστοί είτε μονοπωλούν στην άσκηση εξου-σίας είτε συμμετέχουν σε αυτήν, διευρύνοντας την οικονομική τους βάση και διάγοντας έναν αριστοκρατικό βίο. Ανάμεσα στην αστική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, αναδύεται η «μεσαία τάξη», από τους δημοσίους υπαλλήλους μέχρι τους μικροεπιχειρηματίες, δίνοντας κοινωνική συνείδηση σε ένα νέο βιομηχανικό προλεταριάτο (Εμμανουήλ Μ.- Πετρίδου Β.- Τουρνικιώτης Π., 2008: 23-24).
Με εξαίρεση τη μουσική όπου παραμένει ένα σημείο αναφοράς, ο ρομαντισμός παρα-χωρεί τη θέση του σε μορφές λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής έκφρασης περισσότερο συμβατές με τη θετικιστική ατμόσφαιρα που επικρατεί στην κοινωνία. Όμως, στα τέλη του αιώνα, οι αμφισβητήσεις για τις αξίες της κοινωνίας, η ενστικτώδης ζωή και η αναζήτηση της ελευθερίας σε συνδυασμό με την του θετικισμού, δίνουν χώρο α-νάπτυξης στην εντύπωση (impression) έναντι του ορθού λόγου και στα σύμβολα στους χώρους της ποίησης, της ζωγραφικής και της μουσικής (Berstein S.-Milza P., 1997: 207-208). 

Ο «εξωτισμός» στις εικαστικές τέχνες
Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα τα γιαπωνέζικα έγχρωμα χαρακτικά, που συνό-δευαν τις συσκευασίες των προϊόντων που έρχονταν από την Ιαπωνία με το εμπόριο, άσκησαν μια έντονη επιρροή στην εικαστική τέχνη της Ευρώπης και κυρίως στην ζωγ-ραφική, δίνοντάς της μια εξωτική χροιά, πέρα από τα καθιερωμένα του ρομαντισμού.
Τα έργα τους παρουσιάζουν αυτή την τάση της γιαπωνέζικης τέχνης που ονομάζεται Ukiyo-e, δηλαδή «εικόνες του κόσμου ή της ζωής που κυλάει», και επικράτησε από τον 17ο μέχρι τον 19ο αιώνα. Όπως αναφέρουν οι Εμμανουήλ Μ.- Πετρίδου Β.- Τουρνικιώ-της Π. (2008: 39) «τα γιαπωνέζικα χαρακτικά με την επιπεδότητα, το διακοσμητικό χρώμα και το εκφραστικό σχέδιο τους βοήθησαν να ξεφύγουν από τις παραδοσιακές ευρωπαϊκές συμβάσεις και να ανακαλύψουν τις απροσδόκητες εικόνες της ζωής», μια τολμηρή απεικόνιση των θεμάτων τους, με σκηνές της φύσης, του θεάτρου κλπ. με επί-πεδα σχέδια και χαρακτηριστικές καμπύλες.
Η ιαπωνική κουλτούρα στην τέχνη, αλλά και επιρροές και από άλλες χώρες της Άπω Ανατολής βρήκαν έκφραση μέσα από τον ιμπρεσιονισμό, την απεικόνιση της στιγμιαίας εντύπωσης και την αποτύπωση σε τέχνη ό,τι μπορούσε να δει το μάτι του καλλιτέχνη, αλλά και τα μεταγενέστερα ρεύματα του νεο-ιμπρεσιονισμού και της art nouveau.
Κύριο χαρακτηριστικό του αρ νουβώ ήταν η τάση για τη «σύνθεση» πολλών μορφών τέχνης με βάση την αισθητική της δυναμικής γραμμικής κίνησης. Οι σχεδιαστές στρά-φηκαν κυρίως στη μελέτη της φύσης και προσπάθησαν να αποδώσουν διάφορες όψεις της σε κίνηση.
Η επιπεδότητα, ο δυναμισμός της γραμμής και η κίνηση ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας τεχνοτροπίας. Το στιλ αυτό εξέφραζε απόλυτα τη διάθεση της μελαγχολίας, της αυτοανάλυσης και της πλήξης, που ήταν και τα γενικότερα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου (Εμμανουήλ Μ.- Πετρίδου Β.- Τουρνικιώτης Π., 2008: 58).
Η τέχνη των Γιαπωνέζων είχε πείσει τους ιμπρεσιονιστές και τους μεταγενέστερούς τους ότι μια εικόνα μπορούσε να κάνει πολύ πιο δυνατή εντύπωση αν το πλάσιμο και άλλες λεπτομέρειες θυσιάζονταν στην τολμηρή απλοποίηση. Και η πιστότητα στο θέμα ή στην αφήγηση μιας ιστορίας δεν είχε πια τόση σημασία (Gombrich E., 1998: 555)
Ένας από τους ζωγράφους που επηρεάστηκε από την ιαπωνική καλλιτεχνική σχολή ήταν ο Paul Cezanne (1839-1906), ο οποίος πίστευε ότι η εικόνα μπορούσε να κάνει πιο δυνατή εντύπωση εάν κινείτο με την αρχή της απλοποίησης και ακολούθησε αυτόν τον δρόμο.
Ο Cezanne αναγνώρισε τις αδυναμίες της τεχνικής του ιμπρεσιονισμού, η οποία οδηγο-ύσε στη διάλυση της φόρμας και κατά συνέπεια στη διάλυση της ζωγραφικής, και προσπάθησε να ξαναδώσει στο αντικείμενο την οντότητα του. Η σημασία της προσφο-ράς του, όμως, συνδέθηκε με την επαναστατική μεθοδολογία που χρησιμοποίησε γι' αυτό τον σκοπό, αφού αποκατέστησε τον όγκο με τη στερεότητα του αντικειμένου, αγ-νοώντας τη μαθηματική προοπτική της Αναγέννησης (Εμμανουήλ Μ.- Πετρίδου Β.- Το-υρνικιώτης Π., 2008: 50).
Για τον καλλιτέχνη αυτόν το θέμα της σωστής χρήσης του χρώματος απέκτησε τε-ράστια σημασία, και δεν το θεωρούσε ξεχωριστό από το σχέδιο, θεωρώντας πως όταν οι τόνοι χρησιμοποιούνται σωστά, η αρμονία έρχεται από μόνη της. Ο δικός του τρόπος χειρισμού του χρώματος, χρησιμοποιώντας ψυχρά και θερμά χρώματα και με τις παραλαγγές τους ως προς την ένταση, κατάφερνε να αποδίδει το βάθος. Ιδιαίτερη σημασία είχε επίσης, για τον Cezanne η γεωμετρία και ο αφορισμός της φόρμας, λέγοντας πως εφόσον καθετί στη φύση είναι κυβικό ή κυλινδρικό, όταν τα αποδώσει κανείς, τότε γίνεται ζωγράφος.
Ενδεικτικό είναι το έργο του Όρος Σαιντ-Βικτουάρ, όπως φαίνεται από την Μπελβύ, ό-που τονίζει τη δομή του τοπίου και τη γεωμετρικότητα που χαρακτηρίζει κάθε κομμάτι στη φύση. Το συγκεκριμένο τοπίο, ενώ είναι λουσμένο στο φως, όπως οι πίνακες των ιμπρεσιονιστών, εν τούτοις παραμένει στέρεο και συγκεκριμένο και χαρακτηρίζεται από αίσθηση τάξης και ηρεμίας (Εμμανουήλ Μ.- Πετρίδου Β.- Τουρνικιώτης Π., 2008: 50). Τα στέρεα σχήμα¬τα των σπιτιών στο πρώτο επίπεδο, τα δέντρα, η σιωπηλή οριζόντια του ρωμαϊκού υδραγωγείου, οι απαλές καμπύλες των λόφων είναι στοιχεία που ενοποι-ούν την παράσταση, δημιουργώντας μια τέλεια ισορροπημένη σύνθεση.

Η αρχιτεκτονική του Horta

Από τους πρωτοπόρους και κύριους εκπροσώπους της art nouveau o Βέλγος αρχιτέκ-τονας βαρώνος Victor Horta. Χρησιμοποίησε βιομηχανικά υλικά, χάλυβα, σίδηρο, γυαλί κ.ά.) στα εμφανή σημεία των κτιρίων του, φέροντας παράλληλα, αυτά τα υλικά που εί-χαν καθιερωθεί με τους σταθμούς των σιδηροδρόμων, σε κρατικά κτήρια, σπίτια, ξενο-δοχεία κλπ. Επίσης, χρησιμοποίησε νέες διακοσμητικές τάσεις εμπνευσμένες από τη φύση.
Ο Horta είχε μάθει από τους Ιάπωνες ν' αψηφά τη συμμετρία και να δίνει έμφαση στις γενναιόδωρες καμπύλες της ανατολίτικης τέχνης, χωρίς όμως να είναι απλώς μιμητής. Μεταμόρφωσε τις καμπύλες σε σιδερένιες δομές, πού εξυπηρετούσαν τις απαιτήσεις της εποχής, δημιουργώντας ένα νέο αρχιτεκτονικό στυλ, καινοτομίες που ταυτίστηκαν με την αρτ νουβώ (Gombrich E., 1998: 536)
Στα Δημαρχεία Hôtel Tassel (πρώτη σημαντική εργασία του 1892-1893 στις Βρυξέλες), Hôtel Solvay, Hôtel van Eetvelde και οικία- ατελιέ Horta στις Βρυξέλλες, χρησιμοποίησε χυτοσίδηρο ως δομικό υλικό, γυαλί, δημιούργησε νέο σχέδιο ορόφων, έδωσε μεγάλη έμφαση στην εσωτερική διακόσμηση και στις προσόψεις. Οι αρχιτεκτονικές του εφαρ-μογές χαρακτηρίζεται από το ανοικτό σχέδιό τους, τη διάχυση του φωτός, και τη λαμ-πρή ένωση των κυρτών γραμμών διακόσμησης με τη δομή του κτηρίου. Σύμφωνα με την UNESCO τα έργα του «είναι εργασίες της ανθρώπινης δημιουργικής μεγαλοφυΐας, που δείχνουν την έκφραση του ύφους της Art Nouveau όπως διαμορφώθηκε στην τέχνη της αρχιτεκτονικής» και 4 από αυτά ανήκουν στην παγκόσμια κληρονομιά της Οργάνω-σης από το 2000.

Η μουσική στα τέλη του 19ου αιώνα

Σύμφωνα με τους Εμμανουήλ Μ.- Πετρίδου Β.- Τουρνικιώτη Π. (2008: 25): «ο ρομαν-τισμός εξέφρασε τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του πρώτου μισού του 19ου αιώνα στην τέχνη (...) ως αντίδραση στην πνευματική κίνηση του Διαφωτισμού και του κλασικισμού του 18ου αιώνα. Εξέφρασε την υποκειμενική νοοτροπία και την ατομική ελευθερία με την υπεροχή του Εγώ και θεσμοθέτησε τις απεριόριστες δυνατότητες του ονείρου, της φαντασίας και του συναισθήματος».
Με την εξάπλωση του ρομαντισμού ενισχύθηκε και η εθνικότητα της μουσικής, μέσα από τρεις κυρίαρχες σχολές, την Γαλλική, την Ιταλική και την Γερμανική, η οποία ωστό-σο αρχικά δεν είχε συναίσθηση της σημασίας του εθνικού χαρακτήρα της μουσικής της, προσλαμβάνοντας γαλλικά και ιταλικά στοιχεία (Μάμαλης Ν., 2008: 225). Η Γαλλία κυ-ριαρχεί και όλη η Ευρώπη χορεύει αλά γαλλικά.
Η επικράτηση μιας παγκόσμιας μουσικής γλώσσας αναδεικνύει το θέμα της εμφάνισης εθνικών ιδιωμάτων. Η παγκόσμια μουσική γλώσσα, συγκρινόμενη με τα τοπικά εθνικά μουσικά ιδιώματα, θυμίζει περισσότερο τους δεσμούς συγγένειας που ενώνουν τις λαϊ-κές διαλέκτους με την επίσημη γραπτή γλώσσα. Τέτοια είναι η περίπτωση του Σοπέν, που χρησιμοποίησε παραδοσιακούς ρυθμούς και χορούς της πατρίδας του της Πολω-νίας, δημιουργώντας την εθνική μουσική της χώρας του.
Από το 1850 εμφανίζονται αντιρομαντικά κινήματα, κάνουν την εμφάνιση τους οι εθνικές λαϊκές μουσικές, που έμεναν μέχρι τότε στο περιθώριο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ενώ συγχρόνως οι συνθέτες απομακρύνονται από τα ιδεώδη του ρομαντισμού (Μάμαλης Ν., 2008: 216).
Ήδη οι μουσικοί συνθέτες του ιμπρεσιονισμού είχαν κατανοήσει ότι το σύστημα μείζο-νος - ελάσσονος που υπηρετούσε την τέχνη από τον 17ο αιώνα είχε πια εξαντληθεί. Έτσι άρχισαν να εστιάζουν στα απλά πρωτογενή διαστήματα, την οκτάβα, την τετάρτη και την πέμπτη και οι συνθέσεις κυμαίνονται ανάμεσα στον ελλάσονα και τον μείζονα τρόπο χωρίς να προσκολλούνται κάπου (Machlis J., 1996: 357), ενώ συγχρόνως δέχ-τηκαν τις επιδράσεις και της εξω-ευρωπαϊκής μουσικής. 
Οι πρώτοι σημαντικοί συνθέτες αυτές της νέας εποχής που αντιμετώπισαν την περιφ-ρόνηση τόσο του κοινού όσο και των κριτικών είναι ο Γκοΰσταβ Μάλερ και ο γάλλος Κλωντ Ντεμπυσύ.
Χωρίς να φτάσει στο σημείο να αποτελέσει σχολή, ο ντεμπισισμός αποτελεί μάλλον υπέρβαση του όψιμου ρομαντισμού και ένα καινοφανές σημείο εκκίνησης προς τους μελλοντικούς μουσικούς ορίζοντες. Στο έργο του για ορχήστρα το Πρελούδιο για το α-πομεσήμερο ενός φαύνου (1892-1894) το φλάουτο παραπέμπει συνειρμικά στα βουκο-λικά ειδύλλια.
Η δεκαετία 1880-90 αποδεικνύεται η πιο παραγωγική της σταδιοδρομίας του και κορυ-φώνεται με τη σύνθεση της όπερας Πελλέας και Μελισσάνθη, βασισμένη στο συμβολικό δράμα του βέλγου ποιητή Μωρίς Μαίτερλινκ. Τα έργα του στην χαραυγή του 20ου αιώνα, Εικόνες για ορχήστρα (1911) έχει δανειστεί στοιχεία από το σκοτσέζικο φολκλόρ, ενώ στα Gigues και Iberia οι επιρροές του Γάλλου συνθέτη είναι από το ισπανικό φολκλόρ.
Πέρα από τη ρομαντική πληθωρικότητα, ο Ντεμπυσυ αναζητά καταφύγιο σε μία τέχνη συγκρατημένα αφηγηματική, λεπτή και διακριτική. Υποκαθιστά τη μορφή της σονάτας με εκείνες τις σύντομες, εύκαμπτες φόρμες, τις οποίες χειρίζεται με τόση αβρότητα (Machlis J., 1996: 358)

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Στα τέλη του 19ου αιώνα η ανατολική τέχνη επηρέασε την Ευρώπη, ως απόρροια και των αναζητήσεων για νέες μορφές έκφρασης, καινοτόμες τεχνοτροπίες αλλά και των διάπλατων οριζόντων που άνοιξε η τεχνολογική και βιομηχανική εξέλιξη, φέρνοντας πιο κοντά Δύση και Άπω Ανατολή.
Η εξερεύνηση των καλλιτεχνών για το νέο, το αντισυμβατικό καταλύει τις φόρμες και τις γραμμές του κλασικισμού και του ρομαντισμού και υιοθετεί πιο λιτά μοτίβα, παιχνίδι με το φως και το χρώμα, τον τρόπο αφήγησης.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια του 19ου αιώνα, εμφανίζονται κινήματα όπως ο νεοϊμ-πρεσιονισμός, ο συμβολισμός και το αρ νουβώ, που εισάγουν νέα πολυφωνία στην ει-καστική έκφραση και θα θέσουν τις βάσεις για την τέχνη του 20ού αιώνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Εμμανουήλ Μ. – Πετρίδου Β. - Τουρνικώτης Π., 2008, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευ-ρώπη, τ.Β. Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη από το 18ο ως τον 20ό αιώνα, Πάτρα, Ε-ΑΠ.

Μάμαλης Ν, 2008, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, τ.Γ. Η Μουσική στην Ευρώπη, Πάτρα, ΕΑΠ.

Gonbrich H. E., 1998, Το Χρονικό της Τέχνης, μτφ. Λίνα Κάσδαγλη, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, ανατύπωση 2008

Machlis J.-Forney K., 1996, Η Απόλαυση της Μουσικής – Εισαγωγή στην ιστορία – μορφολογία της Δυτικής μουσικής, επιμέλεια μτφ. Δ. Πυργιώτης, Αθήνα, Fagotto

Berstein S.-Milza P., 1997, Ιστορία της Ευρώπης - Η Ευρωπαϊκή ΣΥμφωνία και η Ευ-ρώπη των Εθνών 1815-1919, τ. 2., μτφ. Α. Κ. Δημητρακόπουλος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια


INTERNET
Όμιλος UNESCO Ιστορίας Τέχνης και Θεάτρου, Τα κτήρια του Victor Horta, http://unescohat.wordpress.com/2006/12/25/%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CF%84%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-victor-horta/


ΕΠΟ 20 - Εργασία 2η 2010-2011


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΡΟΔΟΠΗ ΧΑΪΚΟΥ

Θ.Ε.: ΕΠΟ 20

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 2Η

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2011

ΘΕΜΑ: Από τον 17ο αιώνα έως και το τέλος του 18ου αιώνα στην Ευρώπη, αφενός οι βασιλικές αυλές και οι αριστοκρατικοί κύκλοι,  αφετέρου οι φιλόσοφοι και επιστήμονες του Διαφωτισμού, αποτελούν δύο αντίθετα φορτισμένους πόλους, οι οποίοι επενεργούν στην εξέλιξη των κοινωνιών και συνεπώς των τεχνών. Αναλύστε ένα έργο τέχνης της επιλογής σας (αρχιτεκτονικής, ζωγραφικής ή γλυπτικής) του αυλικού/αριστοκρατικού πλαισίου επιρροής και συγκρίνετέ το με αντίστοιχο από το πεδίο των νέων κατευθύνσεων του Διαφωτισμού, αναδεικνύοντας το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκαν.
    Παράλληλα με τις εικαστικές τέχνες, στη μουσική βλέπουμε δύο μεγάλους συνθέτες γεννημένους την ίδια χρονιά: τον Γκέοργκ Φρ. Χαίντελ(1685-1759) και τον Ζαν Φιλίπ Ραμώ (1683-1764), να δημιουργούν μέσα σε διαφορετικό περιβάλλον ο καθένας. Ο Χαίντελ είναι ένας θεατρικός επιχειρηματίας που λίγο εξαρτάται από την αυλή και περισσότερο από την προσωπική του δουλειά. Είναι εξάλλου φίλος του Χόγκαρθ και του κύκλου του λογίου Σάμιουελ Τζόνσον. Από την άλλη ο Ζαν Φιλίπ Ραμώ κύριος εκπρόσωπος της Γαλλικής μουσικής και αντίπαλος του Ρουσώ στη διαμάχη των Μπουφόνων εκφράζει ουσιαστικά την γαλλική αριστοκρατία που παρακμάζει. Συγκρίνετε τα είδη των έργων που γράφουν και αναζητείστε το κοινό στο οποίο απευθύνονται.

Αριθμός λέξεων: 2250


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Από τον 17ο, αλλά κυρίως τον 18ο αιώνα η Ευρώπη και το κοινωνικό και φιλοσοφικό πνεύμα που την διέπει επιζητεί να αντικαταστήσει την κληρονομημένη τάξη πραγμάτων του παρελθόντος, της οποίας καταγγέλλονται οι σκληρώσεις και οι αρχαϊσμοί, με μια νέα κοινωνία στην οποία τα φυσικά δικαιώματα του ατόμου θα διαφυλάσσονται από τα φωτισμένα κράτη και από το Διαφωτισμό των φιλοσόφων.
Η αριστοκρατία και η βασιλική αυλή παραμένουν, αν και παρακμάζουσες, ενώ η αστική τάξη αναδύεται κοινωνικά, μετά την οικονομική της άνθιση. Σε αυτό το νέο κοινωνικό γίγνεσθαι, οι εικαστικές τέχνες και η μουσική, δεν μένουν ανεπηρέαστες. Από τη μια οι τάσεις του νεωτερισμού κάνουν "ηχηρή" την παρουσία τους και από την άλλη, οι εκφραστές των υφιστάμενων δομών προσπαθούν να κρατηθούν στο προσκήνιο, διατηρώντας κάτι από την αίγλη των παρελθόντος.
Στην παρούσα εργασία θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε αυτούς του δύο αντικρουόμενους πόλους στο πεδίο της τέχνης.

Οι κοινωνικές συνθήκες του 17ου και 18ου αιώνα και πώς επηρεάζουν την τέχνη
Ο 17ος αιώνας στην Ευρώπη ήταν αρκετά ταραγμένος εξαιτίας της επανεμφάνισης των λιμών και επιδημιών, η φτώχεια εντείνεται εξαιτίας των συνεχών κακών σοδειών και της νομισματικής στενότητας με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι εξεγέρσεις, ενώ οι πόλεμοι ερημώνουν τις χώρες.
Αυτή η περίοδος των ταραχών βρίσκει ένα μέσο έκφρασης στο μπαρόκ, γεννημένο από τη βούληση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να εδραιώσει μετά την Σύνοδο του Τριδέντου τα νέα δόγματα, σαν μια τέχνη της Αντιμεταρρύθμισης, κατά του Προτεσταντισμού (Berstein-Milza, 1997: 350-356). Το μπαρόκ αποτελεί αρχικά μια μορφή αναπαράστασης των ιερών μυστηρίων, των οποίων ο δραματικός και θεατρικός χαρακτήρας απευθύνεται λιγότερο στην λογική και περισσότερο στην ευαισθησία ή φαντασία. Στην συνέχεια όμως, συνιστά επίδειξη πλούτου για να τονιστεί η δύναμη της Εκκλησίας ή του ηγεμόνα.
Παράλληλα, το μπαρόκ ανταποκρίνεται και στην ευαισθησία της εποχής, την πηγαία έκφραση των συναισθημάτων, του αισθήματος της τιμής που οδηγεί σε μονομαχίες κλπ. Αυτές οι αξίες έλκουν τις αγροτικές κοινωνίες, τον αγράμματο κόσμο, που εκστασιάζεται μπροστά στην πολυτέλεια και ακούει για τους βίους των Αγίων με την ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου.
Οι μοναρχίες από την πλευρά τους αξιοποιούν την πολυτέλεια τις κατασκευές, τον διάκοσμο και το πομπώδες ύφος στα βασιλικά έργα για να διατυμπανίσουν και να τρανώσουν την εξουσία τους (Berstein-Milza, 1997: 358).
Επιβεβλημένη από τον Λουδοβίκο ΙΔ', η «μεγάλη καλαισθησία» τίθεται υπό αμφισβήτηση μετά τις αποτυχίες της απόλυτης μοναρχίας και την οικονομική κρίση του κράτους. Το πνεύμα ελευθερίας που μαρτυρούν τα πρώτα γραπτά του Διαφωτισμού αγγίζει και την τέχνη του 18ου, που αιώνα παύει να περιβάλλεται τον σχετικά επίσημο χαρακτήρα που συνήθιζε, για να γίνει μια τέχνη ιδιωτική.
Σύμφωνα με τους Berstein-Milza (1997: 408) "ο ηγεμόνας παύει να είναι ο κύριος μαικήνας, τον οποίο μιμούνται οι πλουσιότεροι από τους αυλικούς. Ευγενείς και αστοί παραγγέλλουν πλέον έργα τα οποία σκοπό έχουν να τους προσφέρουν την απόλαυση των ματιών και την άνεση της ζωής". Εφοπλιστές, χρηματιστές, μέλη των παρλαμέντων ή μεγάλοι αρχιερείς διακοσμούν τους μεγαλοπρεπείς πύργους ή τα ιδιωτικά μέγαρα που χτίζουν με πίνακες και γλυπτά των καλλιτεχνών.
Εγκαταλείποντας τη μεγαλοπρέπεια και την επίδειξη, η κοινωνία του 18ου αιώνα επιζητεί την άνεση.

Από τις Βερσαλλίες στο αγγλικό δόγμα της καλαισθησίας
Ο Λουδοβίκος ΙΔ δεν αποτέλεσε εξαίρεση απολυταρχικού ηγεμόνα του 17ου αιώνα, ο οποίος ήθελε να συνδέσει το όνομα και την υστεροφημία του με ένα μεγαλειώδες αρχιτεκτονικό έργο. Ως αποτέλεσμα, το ανάκτορο των Βερσαλλιών, χτισμένο σε μια αγροτική περιοχή κοντά στο Παρίσι, όπου μετέφερε την έδρα της Αυλής (Αλμπάνη-Κασιμάτη, 2008: 202), αποτέλεσε σημείο αναφοράς τη χλιδής και της επίδειξης δύναμης για τον βασιλιά της Γαλλίας στην συνείδηση του λαού, αλλά και των υπολοίπων βασιλικών οικογενειών της Ευρώπης.
Στο ανάκτορο των Βερσαλλιών, που άρχισε να χτίζεται από το 1660-1680, εκφράζεται με τον καθαρότερο τρόπο η δύναμη της τέχνης να εντυπωσιάζει και να επιβάλλεται, στα πρότυπα που είχαν καθιερώσει οι μεγαλειώδεις καθολικοί ναοί. "Οι Βερσαλλίες είναι τόσο μεγάλες ώστε καμία φωτογραφία δεν αποδίδει την εντύπωση που προκαλεί το κτήριο", αναφέρει ο Gombrich (1998: 447), με αποτέλεσμα οι Βερσαλλίες κυρίως λόγω του μεγέθους και της έκτασής τους, παρά για τον διάκοσμό τους, να θεωρούνται μπαρόκ.
Οι αρχιτέκτονες που σχεδίασαν το ογκώδες κεντρικό κτίριο και τις παράπλευρες, ανεξάρτητες πτέρυγες, και διακόσμησαν και το τεράστιο πάρκο με ένα σκηνικό από γλυπτικά συμπλέγματα και σιντριβάνια ήταν ο Λε Βω και ο Ζυλ Αρτουέν Μανσάρ αργότερα. Υπάρχουν τουλάχιστον 123 παράθυρα στην πρόσοψη κάθε ορόφου προς τους κήπους, ενώ τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του πάρκου ανέλαβε ο Αντρέ Λε Νοτρ.
Το τεράστιο αυτό σύμπλεγμα σχεδιάστηκε από την αρχή για να είναι το μεγαλύτερο ανάκτορο του κόσμου. "Αξιοθαύμαστη και αναγνωρίσιμη ως σήμερα είναι η συνέ¬πεια στη σύλληψη και η εσωτερική συνοχή του", αναφέρουν οι Αλμπάνη-Κασιμάτη (2008: 202).
Από τις εσωτερικές αίθουσες η πιο γνωστή είναι η Αίθουσα των Κατόπτρων, όπου ο ένας τοίχος αποτελείται από καθρέφτες που φωτίζονται από το εξωτερικό πάρκο και όπου ο Λεμπρέν απαθανάτισε τους νικηφόρους πολέμους του «Βασιλιά Ήλιου».
Οι αρχιτέκτονες προσπάθησαν κυρίως να διευθετήσουν τους τεράστιους όγκους του κτιρίου σε εντελώς χωριστές πτέρυγες και να τους δώσουν αρχοντιά και μεγαλείο. Τόνισαν το κέντρο του κυρίου ορόφου με μια σειρά ιωνικούς κίονες, που υποστήριζαν ένα θριγκό στολισμένο στο επάνω μέρος με αγάλματα, και πλαισίωσαν το εντυπωσιακό αυτό κεντρικό μοτίβο με διακοσμήσεις του ί'διου τύπου.
Όπως αναφέρει ο Gombrich (1998: 447) "και αυτοί (σ.σ. βασιλιάδες και ηγεμόνες της Ευρώπης) ήθελαν να παρουσιάζονται σαν πλάσματα διαφορετικά, που η θεία εξουσία τα ξεχώριζε από το γένος των κοινών ανθρώπων".
Η σταδιακή αρχιτεκτονική διαμόρφωση του χώρου αποτελεί από μόνη της ακριβή ιστορική καταγραφή της εδραίωσης της απόλυτης μοναρχίας και της παρεπόμενης τιθάσευσης της τάξης των φεουδαρχών στις βουλές του μονάρχη, μέχρι το 1789 φυσικά, και την Γαλλική Επανάσταση.
Το αγγλικό πρότυπο
Η αρχιτεκτονική στην Αγγλία τον 18ο αιώνα χαρακτηρίζεται από συγκράτηση και νηφαλιότητα, καθώς δεν ενστερνίστηκε ποτέ πραγματικά το μπαρόκ και είχε πρότυπα αναφορές κυρίως της Αναγέννησης. Και ίσως βρίσκεται πιο κοντά στον ορθολογισμό του Διαφωτισμού.
Κανένας Άγγλος βασιλιάς δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για να χτίσει Βερσαλλίες. Οι ευγενείς της Αγγλίας δεν χτίζουν παλάτια μεγαλοπρεπή, αλλά απλές εξοχικές -με αρχιτεκτονικές βέβαια απαιτήσεις- κατοικίες. Διαμορφώνεται το «καλό γούστο», το οποίο είναι προσα¬νατολισμένο προς τα ιταλικά πρότυπα και κυρίως προς τον Αντρέα Παλλάντιο, για τον οποίο έχει ήδη γίνει λόγος (Αλμπάνη-Κασιμάτη, 2008: 208).
Οι αρχιτέκτονες αυτών των εξοχικών σπιτιών απέφευγαν συνήθως τις υπερβολές του μπαρόκ και στο πλαίσιο των κανόνων του «καλό γούστο» ακολουθούσαν όσο γίνεται πιο αυστηρά τους πραγματικούς ή τους υποθετικούς νόμους της κλασικής αρχιτεκτονικής. Σύμφωνα με τον Gombrich (1998: 460) το βιβλίο του Παλλάντιο κατέληξε να θεωρείται ή υπέρτατη αυθεντία σε θέματα αρχιτεκτονικής καλαισθησίας στην Αγγλία του δέκατου ογδόου αιώνα. Η έπαυλη σε «παλλαδιανό στυλ» έγινε ή τελευταία λέξη της μόδας.
Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό δείγμα έπαυλης ήταν το Τσίσγουικ Χάους, το κεντρικό κτίριο της οποίας σχεδίασε ο ίδιος ο ιδιοκτήτης της, Λόρδος Μπέρλιγκτον, που επέβαλλε το γούστο και τη μόδα στον καιρό του και το διακόσμησε ό φίλος του Ουίλιαμ Κέντ.
Αντίθετα με τον Χίλντεμπραντ και άλλους αρχιτέκτονες της Καθολικής Ευρώπης, οι σχεδιαστές της αγγλικής έπαυλης πουθενά δεν παραβαίνουν τους αυστηρούς κανόνες του κλασικού ύφους. Η επιβλητική είσοδος έχει τη γνήσια μορφή ενός αρχαίου ναού με πρόσοψη κορινθιακού ρυθμού. Οι τοίχοι του κτιρίου είναι απλοί και σκέτοι, δίχως διάκοσμο, δεν υπάρχουν καμπύλες, σπείρες, αγάλματα στη σκεπή, ούτε και τερατόμορφα διακοσμητικά μοτίβα (Gombrich (1998: 460). Αντί για τις απέραντες επίσημες αίθουσες προτιμώνται μικρότερα εξειδικευμένα δωμάτια, καλύτερα προσαρμοσμένα στην ιδιωτική ζωή.
Μια αγγλική ιδιομορφία είναι η διαμόρφωση του «αγγλικού κήπου», που είναι η ένταξη ενός φυσικού, και όχι αρχιτεκτονικά σχεδιασμένου, κήπου ή πάρκου του σπιτιού ή του πύργου ο οποίος απεικόνιζε την ελεύθερη βλάστηση και αποδίδει την ατόφια ομορφιά της φύσης. Σε αντίθεση με τους Γαλλικούς περίτεχνους κήπους, οι οποίοι για τιυς Άγγλους ήταν ψεύτικοι και γελοίοι.
Στον 18ο αιώνα, οι αγγλικοί θεσμοί και το γούστο έγιναν πρότυπα για όλους τους Ευρωπαίους που ονειρεύονταν την κυριαρχία της λογικής και όχι την χρήση της τέχνης σαν επίδειξη δύναμης και δόξας ενός - ελέω Θεού- άρχοντα, ενώ έμφαση δινόταν στην βελτίωση της καθημερινότητας και της άνεσης.

Η Μουσική του Χέντελ και του Ραμώ
Οι αλλαγές που επιφέρει η περίοδος του Διαφωτισμού αντικατοπτρίζονται και στην μουσική, με τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς να αποτυπώνονται και στο λυρικό θέατρο. Αυτές τις επιρροές αλλά και τις "αντιστάσεις" του μοναρχικού - αριστοκρατικού κατεστημένου, που ακόμη υφίσταται αν και παρακμάζων θα εξετάσουμε μέσα από δύο συνθέτες της εποχής, τον Χέντελ και τον Ραμώ.
Ο Γκέοργκ Φρήντριχ Χέντελ, Γερμανός συνθέτης που έζησε και δημιούργησε στην Αγγλία διακρίθηκε κυρίως για τα ορατόριά του (θρησκευτικά φωνητικά έργα της περιόδου μπαρόκ), με πιο διάσημο τον Μεσσία. Το έργο του, το οποίο μουσικά τουλάχιστον ήταν εμπνευσμένο από την κοσμική μουσική (Μάμαλης, 2008:121), συνέβαλε στη μετάβαση από την εποχή της μουσικής μπαρόκ στην κλασσική μουσική, ίσως όχι κατ' επιλογήν, αφού η αποτυχία του ως θεατρικού επιχειρηματία, παρά την απήχηση των έργων του, τον στρέφουν από την όπερα στο ορατόριο. Ωστόσο, όπως αναφέρει ο Machlis (1996: 168) "γίνεται ένας από τους εκπροσώπους του νέου αστικού πνεύματος και προαγωγός του σύγχρονου μαζικού κοινού".
Επηρεασμένος από την ιταλική όπερα, θέλει να την φέρει στην Αγγλία και να την προσαρμόσει στα δεδομένα μιας άλλης χώρας, κάνοντας το Αγγλικό κοινό να αποδεχτεί τον ξενόφερτο συνθέτη και επιχειρηματίας. Και το επιτυγχάνει, γράφοντας σοβαρές όπερες ή όπερα αέρια, με πιο επιτυχημένη τον Ιούλιο Καίσαρα. Δεν μένει όμως πιστός σε ένα είδος. Ως ένας εκ των μουσικών διευθυντών της Βασιλικής Μουσικής Ακαδημίας ανεβάζει την Όπερα του Ζητιάνου, ένα έργο όπως αναφέρει ο Machlis (1996: 167) "με αγγλικό στίχο και με θέματα σχετικά με τις εμπειρίες του ακροατηρίου αυτή η πνευματώδης μπαλάντα όπερα είναι η απάντηση των μεσαίων τάξεων της Αγγλίας στους θεούς και τους ήρωες της αριστοκρατικής σοβαρής όπερας".
Καταγόμενος από τη μεσαία τάξη (ο πατέρας του ήταν εύπορος χειρούργος - κουρέας), ο Χέντελ δημιουργεί στην Αγγλία, όπου η μεσαία τάξη έρχεται για πρώτη φορά στην εξουσία (Machlis, 1996: 167). Είναι φυσικό λοιπόν, τα ερείσματα του να διαφέρουν από αυτά των συναδέλφων του στην ακόμη αυτοκρατορική Γαλλία, όπου η τέχνη ακόμη υπηρετεί την Αυλή και τις επιθυμίες των ευγενών, γεγονός που τον κάνει πιο δεκτικό στις αλλαγές τόσο των μουσικών θεμάτων όσο και των ιστοριών, του ύφους ή της δομής που τα έργα του πραγματεύονται.
Η καινοτομία του είναι ότι καθιστά την χορωδία - το λαό εν προκειμένω- στο κέντρο του δράματος, η οποία έχει ρόλο στα δρώμενα, εμπλέκεται σε αυτά και τα αντικατοπτρίζει, ενώ αναπτύσσει σε τεράστιες διαστάσεις κάθε επεισόδιο και συναίσθημα. Τα ορατόρια του Χέντελ χαρακτηρίζονταν από περισσότερο δραματική έκφραση και με ευρύτερη χρήση χορωδιακών στενά συνυφασμένων με το έργο (Μάμαλης, 2008:121). Η επιλογή του θέματος από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη, ταιριάζει στις προτιμήσεις της τότε αστικής τάξης.
Ο “Μεσσίας” δεν “αφηγείται” τη ζωή και τα Πάθη του Χριστού. Ενοποιεί τα βιβλικά του αποσπάσματα (επιλογή κειμένων από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη) και τα συνδυάζει με πρωτότυπα κείμενα σε τρεις μεγάλες θεματικές ενότητες, στις οποίες μιλά για τον ερχομό του Μεσσία, τα Πάθη του, και το θρίαμβο της Ανάστασης. Ο Χέντελ στόχευσε περισσότερο στη λυρική και επική απεικόνιση της ιδέας της Λύτρωσης, στοιχείο που αγκαλιάστηκε θερμά από το κοινό.
Στη Γαλλία, ο Ζαν Φιλίπ Ραμώ θεωρείται ο συνθέτης η έμπνευση του οποίου στηρίχτηκε κυρίως στη γαλλική παράδοση και ένας θεωρητικός που με τα θεωρητικά γραπτά του θεμελίωσε τη σύγχρονη μουσική σκέψη (Μάμαλης, 2008: 122), αφού στηριζόμενος στην επιστήμη της ακουστικής, έθεσε τις αρχές της κλασικής αρμονίας.
Ο Ραμώ, εκφραστής μιας μεθοδικότητας και μιας λογικής, θα εμπλακεί στην περίφημη «διαμάχη των Μπουφόνων» το 1752 έχοντας φιλοσοφικό αντίπαλο τον Ζαν Ζακ Ρουσώ, ο οποίος εξέφρασε την προ-ρομαντική διαφωτιστική φιλοσοφία.
Ο Ραμώ ήταν υποστηρικτής της σοβαρής όπερας, που έλκει τα θέματά της από μια συμβατική παλαιότερη ιστορική περίοδο, ανάλογη εκείνης της εποχής του Λουδοβίκου ΙΣΤ', και πρόβαλε μια ηθική στάση (βλ. πουριτανισμό) μέσω ηρωικών πράξεων-προτύπων με υποδειγματικούς πρίγκιπες ή μοναχικούς ήρωες (Μάμαλης, 2008: 124).
Αντίθετα, η κωμική όπερα ή όπερα μπούφα, ιταλικής καταγωγής που αντλούσε τις ιστορίες της από την καθημερινότητα, κέρδισε την υποστήριξη του Ρουσώ και άλλων λόγιων, των ταλαντούχων μουσικών, καθώς και μελών της Αυλής, από τον κύκλο που πρόσκειτο στη βασίλισσα.
Ο Ρουσώ δηλωμένος αντίπαλος του συστήματος του Ραμώ και υπερασπιστής της ιταλικής όπερας, διατεινόταν ότι στη γαλλική όπερα τίποτα δε θύμιζε φυσικότητα, συνεπώς επρόκειτο για ένα είδος γεμάτο λάθη, αρκετά συμβατικό, όπως και οι πομπώδεις ανοησίες των λιμπρέτων και η κατάχρηση των διαρκώς επαναφερόμενων μύθων (Μάμαλης, 2008: 126). Αντίθετα, η ιταλική δεν είχε σταθερά μέρη, στερούνταν δραματικής δράσης, και, επιπλέον, επωμιζόταν και τα μειονεκτήματα της τραγουδισμένης προσωδίας, καθώς και της έλλειψης μουσικότητας που χαρακτήριζε τη γαλλική γλώσσα.
Σύμφωνα με τον Μάμαλη (2008: 127) "ο Ραμώ υποστήριζε ότι η μουσική είναι κάτι σχετικό, ίδια σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης και σε όλες τις εποχές, ενώ για τον Ρούσο η μουσική εξέφραζε τις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής".

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Τον 18ο αιώνα η Ευρώπη οικοδομείται γύρω από το φιλοσοφικό πνεύμα της λογικής. Οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού μιλούν για την νέα κοινωνία στην οποία τα φυσικά δικαιώματα του ατόμου θα διαφυλάσσονται και αντιτάσσονται στην κληρονομημένη τάξη πραγμάτων του παρελθόντος. Η μοναρχία τίθεται σε αμφισβήτηση, οι επιστήμες και τα γράμματα προχωρούν και αναπτύσσονται. Όλες αυτές οι κοινωνικές αλλαγές αποτυπώνονται στην εικαστική τέχνη, που σταδιακά απαλλάσσεται από το πομπώδες ύφος του μπαρόκ, την χλιδή και την μεγαλοπρέπεια και προσεγγίζει πιο καθημερινές πτυχές της ζωής, βάζει τον άνθρωπο στο κέντρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, επαναπροσεγγίζει την λατρεία της φύσης, 
Παράλληλα με τις εικαστικές τέχνες, στη μουσική η μεταστροφή από τα αυστηρά εκκλησιαστικά έργα στην σοβαρή όπερα και από κει στο ορατόριο και τις κωμικές και χαρούμενες θεματολογίες στην όπερα αναδεικνύουν τις φυσιογνωμίες του Χέντελ στην Αγγλία και του Ραμώ στη Γαλλία στους δύο αντίθετους κόσμους. Εκφραστής "ταπεινότερων" αναγκών ο πρώτος σε μια χώρα όπου αναρριχάται στην εξουσία η αστική τάξη, εκπρόσωπος της Γαλλικής μουσικής και του υφιστάμενους κοινωνικού status quo ο δεύτερος.






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αλμπάνη Τζ. – Κασιμάτη Μ., 2008, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, τ.Α. Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη από το Μεσαίωνα ως τον 18ο αιώνα, Πάτρα, ΕΑΠ.

Μάμαλης Ν, 2008, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, τ.Γ. Η Μουσική στην Ευρώπη, Πάτρα, ΕΑΠ.

Gonbrich H. E., 1998, Το Χρονικό της Τέχνης, μτφ. Λίνα Κάσδαγλη, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, ανατύπωση 2008

Machlis J.-Forney K., 1996, Η Απόλαυση της Μουσικής – Εισαγωγή στην ιστορία – μορφολογία της Δυτικής μουσικής, επιμέλεια μτφ. Δ. Πυργιώτης, Αθήνα, Fagotto

Berstein S.-Milza P., 1997, Ιστορία της Ευρώπης - Από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά Κράτη 5ος-18ος αιώνας, τ. 1., μτφ. Α. Κ. Δημητρακόπουλος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια


ΕΠΟ 20 - Εργασία 1η 2010-2011


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΡΟΔΟΠΗ ΧΑΪΚΟΥ

Θ.Ε.: ΕΠΟ 20

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 1Η

ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2010

ΘΕΜΑ: Η σταδιακή ενδυνάμωση της σημασίας του ατόμου στην κοινωνία της πρώιμης Αναγέννησης στην Ιταλία, σηματοδοτείται από ένα πλήθος αλλαγών τόσο σε κοινωνικό-ιδεολογικό επίπεδο όσο και σε πολιτικό-οικονομικό. Χρησιμοποιώντας παραδείγματα από τον χώρο της Ζωγραφικής, της Αρχιτεκτονικής και της Γλυπτικής, δείξτε διαμέσου συγκρίσεων, τη διάσταση αυτή του ‘προσωπικού’ στοιχείου στην αναγεννησιακή Τέχνη, σε αντιπαράθεση με τη Γοτθική.
Η κλιμακούμενη, επίσης, απεξάρτηση από τον εναγκαλισμό του θεοκρατικού πνεύματος αντανακλάται στην ανάπτυξη της κοσμικής μουσικής κατά τον 15ο αιώνα στη Γαλλία, αλλά και στην Ιταλία. Με ανάλογο τρόπο, όπως και στις υπόλοιπες Τέχνες, αποδείξτε το γεγονός, περιγράφοντας τις καινούργιες τεχνικές κατακτήσεις της Μουσικής και τη θεματολογία της, μέσα από τη σύντομη περιγραφή τριών παραδειγμάτων.
[Στη Μουσική, ένα από κάθε περίπτωση, δηλ. από Σχολή Παναγίας των Παρισίων, Γαλλία και Ιταλία]

Σύνολο Λέξεων: 2.453

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η έξοδος της Ευρώπης από τον Μεσαίωνα αναδεικνύει την σημασία του ατόμου στην κοινωνία, αποδεσμεύοντας το από τον σφιχτό «εναγκαλισμό» του από την Εκκλησία. Χρησιμοποιώντας παραδείγματα από την τέχνη και ειδικότερα από την ζωγραφική, την γλυπτική και την αρχιτεκτονική, θα επιδιώξουμε στην παρούσα εργασία να αναδείξουμε αυτή την προσωπική ανάταση στην δημιουργία του 14ου αιώνα έναντι της συλλογικότητας και της ανωνυμίας του Μεσαίωνα με εφαλτήριο τη Ιταλία.
Αντίστοιχα, θα εξετάσουμε την μεταστροφή της μουσικής από τον άρρηκτα θρησκευτικό χαρακτήρα στον κοσμικό προσανατολισμό των συνθετών με παραδείγματα από την Σχολή της Παναγίας των Παρισίων του 12ου-13ου αιώνα, το δημιουργικό ρεύμα της Γαλλίας με την «Νέα Τέχνη» και την συμβολή της Ιταλίας στη περαιτέρω ανάπτυξη της πολυφωνίας.

Οι εικαστικές τέχνες στην Πρώιμη Αναγέννηση

Το τέλος του Μεσαίωνα δεν σήμανε τον μηδενισμό της ισχύος της Εκκλησίας, ούτε την κατάργηση των θρησκευτικών δεσμών των πολιτών. Ωστόσο, η οικονομική και εμπορική ανάπτυξη στις Ιταλικές πόλεις αποτέλεσε εφαλτήριο για την ανάκτηση της αυτοπεποίθησης του ανθρώπου και της αξίας και του κεντρικού του ρόλου στον κόσμο.
Αυτή η ανθρωποκεντρική αντίληψη αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα για την πολιτιστική αναγέννηση που σήμανε μια ολόκληρη εποχή, αναβιώνοντας τέχνες και γράμματα ανατρέχοντας στις ρίζες των κλασικών προτύπων.
Σύμφωνα με τις Αλμπάνη – Κασιμάτη (2008: 73) «η προβολή του ατόμου, της αρετής ή της παιδείας του, κυριαρχούσε στο πνεύμα της εποχής. Ο άνθρωπος τέθηκε στο κέντρο κάθε έργου και κάθε σχεδιασμού (ανάπτυξη της προσωπογραφίας, αρχιτεκτονικός και πολεοδομικός σχεδιασμός με βάση τις αναλογίες του ανθρώπινου σώματος κ.ο.κ.)».
Σε αυτό το νέο κοινωνικό – ιδεολογικό περιβάλλον, η κοινωνική θέση του καλλιτέχνη άλλαξε ριζικά. Ο μεσαιωνικός ανώνυμος καλλιτέχνης-τεχνίτης έδωσε τη θέση του στον αναγεννησιακό δημιουργό, ο οποίος συνήθιζε να υπογράφει τα έργα του και απολάμβανε μεγάλης κοινωνικής καταξίωσης.
Η αρχιτεκτονική
Η στροφή προς την Αρχαιότητα έκανε τους Ιταλούς να προσέξουν τα αρχαία κτίρια που σώζονταν στη χώρα τους, να τα μελετήσουν και να στραφούν στις τεχνικές και την αισθητική τους. Σε αυτό συνέβαλλε και η ανακάλυψη του συγγράμματος του Βιτρούβιου Περί αρχιτεκτονικής (23 π.Χ.), το 1414, βοηθώντας τους αρχιτέκτονες της εποχής να σχεδιάσουν τα έργα τους με βάση τις αρχαίες μορφές.
Αυτό τους επέτρεψε να διαφοροποιηθούν βαθμιαία από τους μαϊστορες των μεσαιωνικών κτιρίων (Αλμπάνη – Κασιμάτη, 2008: 77), επιδιώκοντας παράλληλα την επίτευξη ομορφιάς και αρμονίας. Η «ανακάλυψη» των αρχαίων αρχιτεκτονικών και διακοσμητικών προτύπων τους οδήγησε στο να υιοθετήσουν σε όλα τα κτήρια που σχεδίαζαν, ναούς και κοσμικά οικήματα, στοιχεία (ημικίονες, κίονες, κιονόκρανα, αετώματα, αψίδες, τοξοστοιχίες κ.ά.) και αναλογίες ρωμαϊκών κτιρίων.
Και ενώ ως ο αβάς Συζέ θεωρείται ο διαμορφωτής του γοτθικού ρυθμού στο Μεσαίωνα με την κατασκευή της βασιλικής του Αγίου Διονυσίου να περιγράφεται σε σύγγραμμά του, από την πρώιμη Αναγέννηση εμφανίζονται επώνυμα πια, αρχιτέκτονες 
Σε αντίθεση με τη γοτθική αρχιτεκτονική, όπου δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον κατακόρυφο άξονα ενός κτιρίου και κύριο δομικό στοιχείο τον λίθο, ώστε να παραπέμπουν στο μεγαλείο και την Βασιλεία των Ουρανών, με την Παναγία των Παρισίων να θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της γοτθικής αρχιτεκτονικής, τα κτίρια της Αναγέννησης χαρακτηρίζονται από υπεροχή του οριζόντιου άξονα, στατικότητα και συμμετρία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο καθεδρικός ναός της Φλωρεντίας, ο οποίος έχει και τρούλο, άλλη μια κατασκευαστική επιτυχία των αρχιτεκτόνων της εποχής, και συγκεκριμένα του Filippo Brunelleschi, που φυσικά δεν υπήρχε στα ρωμαϊκά κτήρια (Αλμπάνη – Κασιμάτη, 2008: 77-79). Ο Brunelleschi ήταν και ο πρώτος που ενέταξε στα κτήρια που σχεδίαζε στοιχεία της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής, αλλά και αυτός ο οποίος ανακάλυψε την προοπτική, δίνοντας στους καλλιτέχνες την μαθηματική λύση του προβλήματος (Gombrich, 1998: 229) .
Η συμμετρία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό τόσο της κάτοψης όσο και των όψεων των αναγεννησιακών κτιρίων, όπου τα παράθυρα και οι πόρτες σχεδιάζονταν συμμετρικά ως προς τους κύριους άξονες της σύνθεσης.
«Εκείνοι που έχτισαν τις γοτθικές εκκλησίες, στον δέκατο τέταρτο αιώνα δεν θεωρούσαν πια ικανοποιητικό το ξεκάθαρο, μεγαλόπρεπο περίγραμμα των πρώτων καθεδρικών ναών. Ήθελαν να δείξουν την δεξιοτεχνία τους στη διακόσμηση και χάραξη των περίπλοκων διακοσμητικών καμπυλών του γοτθικού ρυθμού», αναφέρει ο Gombrich (1998: 208). Έτσι, δεν βλέπουμε πια ψηλά παράθυρα, ούτε λεπτούς κίονες, αλλά το συνταίριασμα κιόνων, εντοιχισμένων πεσσών και αψίδες, και φυσικά τους τρούλους, που προσδίδουν χάρη, ελαφράδα και ομορφιά στο κτίσμα.
Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί πως οι ναοί δεν ήταν πια η κύρια ενασχόληση των αρχιτεκτόνων, αφού η οικονομική ευημερία των αστών και η ανάγκη για περίτεχνες και εντυπωσιακές οικίες συν τις ανάγκες των πόλεων που μεγάλωναν για δημόσια κτήρια, απαιτούσαν νέα σχέδια.
Η γλυπτική
Τα χαρακτηριστικά έργα του 14ου αιώνα στην γλυπτική δεν είναι ίσως τα πολυάριθμα πέτρινα αγάλματα που εξακολουθούσαν να γίνονται στις εκκλησίες, όπως αναφέρει ο Gombrich (1998: 210), αλλά τα μικρά από πολύτιμα μέταλλα ή ελεφαντόδοντο, τα οποία προορίζονταν κυρίως για παλάτια, δημόσια κτήρια και όχι για τους ναούς. Αυτή η νέα τάση ερχόταν σε πλήρη με τη μεσαιωνική γλυπτική, η οποία ήταν στενά εξαρτημένη από την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και ειδικότερα, την λατρεία (Αλμπάνη – Κασιμάτη, 2008: 83).
Η γλυπτική της εποχής καταφέρνει την φυσική απόδοση της ανθρώπινης μορφής και της κίνησης της, ενώ με βάση τις γεωμετρικές αρχές της προοπτικής οι γλύπτες μπόρεσαν να αποδώσουν την τρίτη διάσταση.
Σημαντικές είναι οι διαφοροποιήσεις και στην θεματολογία, αφού παγανιστικές και μυθολογικές προσωπικότητες αναβιώνουν, όπως π.χ. το ορειχάλκινο σύμπλεγμα του Ηρακλή και του Ανταίου, έργο του σημαντικού αναγεννησιακού ζωγράφου και γλύπτη Antonio Pollaiuolo (Αλμπάνη – Κασιμάτη, 2008: 83). Αλλά και στα θρησκευτικά θέματα, τα αγάλματα δεν στέκουν πλέον στατικά και επιβλητικά, «ιερά σύμβολα, επιβλητικές υπομνήσεις μιας ηθικής αλήθειας» όπως κατά τον Gombrich (1998:190) συνέβαινε στον Μεσαίωνα, αλλά αποκτούν κίνηση με την κλίση του σώματος και αποπνέουν ομορφιά.
Η ζωγραφική
Με σημείο αναφοράς το έργο του ζωγράφου Masaccio στην αυγή του 15ου αιώνα, στην ζωγραφική της εποχής διανοίγονται νέοι δρόμοι. Ο Masaccio «παραμερίζει την εκλεπτυσμένη, αριστοκρατική καλλιτεχνική έκφραση της διεθνούς γοτθικής τεχνοτροπίας προς χάρη μιας ρωμαλέας ζωγραφικής, στην οποία κυριαρχεί η απλότητα, η στερεότητα και η λογική» (Αλμπάνη-Κασιμάτη, 2008: 87).
Η μεσαιωνική ζωγραφική αποσκοπούσε στον στολισμό των ναών με τις αγιογραφίες, η δε γοτθική ζωγραφική της Ιταλίας, παρά την απόδοση συναισθημάτων στα πρόσωπα, ήταν αδιάφορη στην ρεαλιστική απόδοση των θεμάτων. Άλλωστε οι τοίχοι είχαν περιοριστεί για τους ζωγράφους, προς όφελος των μεγάλων παραθύρων με τον διάκοσμο των βιτρώ (Αλμπάνη-Κασιμάτη, 2008: 55). Ωστόσο, οι ιταλικοί ναοί είχαν μεγαλύτερες επιφάνειες τοίχων, τις οποίες οι ζωγράφοι κάλυπταν με ψηφιδωτά ή τοιχογραφίες.
Παράλληλα με την τοιχογραφία, εξακολούθησε να καλλιεργείται και η ζωγραφική μικρής κλίμακας και κυρίως η ζωγραφική πινάκων βωμού.
Η ζωγραφική της πρώιμης Αναγέννησης στη βόρεια Ιταλία και ειδικότερα στη Βενετία δίνει έμφαση στο χρώμα, έναντι της σχολής της Φλωρεντίας που επικεντρωνόταν στο σχέδιο. Η διαφοροποίηση αυτή οφειλόταν στην σχέση της Βενετίας τόσο με την Ανατολή, όσο και την φλαμανδική ζωγραφική, αμφότερες επηρεασμένες από το χρώμα. (Αλμπάνη-Κασιμάτη, 2008: 96). Αντιπροσωπευτικότερος καλλιτέχνης της βενετσιάνικης σχολής ο Andrea Mantegna, ο οποίος υπήρξε ο δεύτερος μετά τον Macassion, μεγάλος ζωγράφος της Ιταλίας κατά τον 15ο αιώνα. Η τεχνοτροπία του χαρακτηρίζεται από έντονο ενδιαφέρον για την Αρχαιότητα, πειραματισμούς σε θέματα προοπτικής, ρεαλισμό και πλαστική αντιμετώπιση της ανθρώπινης μορφής.


Η μουσική: Από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση
Η μουσική στο Μεσαίωνα, με τις ρίζες της να πατούν στην αρχαία Ελληνική και ρωμαϊκή μουσική, ήταν κατά κύριο λόγο θρησκευτική και σκοπό είχε να κάνει πιο βατά και αντιληπτά από τον λαό τα λόγια και τις επιταγές του Ευαγγελίων και των Γραφών.
Βάση της το γρηγοριανό μέλος, ένα μονωδικό άσμα που αποτελείται από μια μονογραμμική μελωδία, χωρίς κανονικό τονισμό και χωρίς μεγάλα άλματα και μελωδικές αντιθέσεις (Machlis, 1993: 71). Ουσιαστικά πρόκειται για απαγγελία, όπως η πρόζα (Μάμαλης, 2008: 24). Από τα πιο χαρακτηριστικά γρηγοριανά μέλη της εποχής είναι το Haec dies, το Αντίφωνο (απαντητικές εναλλαγές χορωδίας – τραγουδιστή) από την επίσημη Λειτουργία της ημέρας του Πάσχα.
Παράλληλα όμως, με την θρησκευτική μουσική του Μεσαίωνα, αναπτύσσεται και πάλι ανώνυμα η μουσική τάση για απόδοση και αφήγηση θεμάτων κοσμικής φύσης. Σύμφωνα με τον Μάμαλη (2008: 27): «τα έργα παρουσιάζονταν ως λυρικές και επικές φόρμες πάνω σε κείμενα Λατίνων συγγραφέων, με τραγούδια στα οποία υμνούνταν ο έρωτας, η ιστορία και οι τέχνες». Έτσι «γεννήθηκαν» οι τροβαδούροι, αρχικά οι ιππότες που δημιούργησαν τη δική τους μουσική και στη συνέχεια οι πλανόδιοι τραγουδιστές (μενεστρέλοι) που έφτασαν να γίνουν αποδεκτοί μέχρι και στα μοναστήρια.
Προς το τέλος της ρωμανικής περιόδου (850-1150), συντελείται μια μουσική «επανάσταση» με την γέννηση της πολυφωνίας (ταυτόχρονος συνδυασμός δύο ή περισσότερων μελωδικών γραμμών). Και όπως αναφέρει ο Machlis (1996: 73): «η πολυφωνία αναπτύσσεται την ίδια περίπου εποχή που η ευρωπαϊκή ζωγραφική ανακαλύπτει τις νόμους της προοπτικής. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα μπορούσε στο εξής να βλέπει “σε βάθος”».
Η ανάπτυξη της πολυφωνίας κατέλυσε την πρόζα και η μουσική γραφή εξελίχθηκε προκειμένου να υποδεικνύει με ακρίβεια την αξία και το ύφος του φθόγγου, δημιουργώντας ένα αναγκαίο και λεπτομερέστερο σύστημα σημειογραφίας. Έτσι η μουσική πλέον δεν είναι προϊόν προφορικού αυτοσχεδιασμού, αλλά καταγράφεται με αποτέλεσμα ο ανώνυμος συνθέτης σταδιακά να αποκτά ταυτότητα (Machlis 1996: 73-74).
Την περίοδο της γοτθικής περιόδου (1150-1450) ακμάζει η μουσική ζωή στο εσωτερικό και τον περίβολο των καθεδρικών ναών με χορωδίες και εκκλησιαστικά όργανα(Machlis 1996: 74). Τα πρώτα έντεχνα πολυφωνικά έργα που γράφτηκαν σε διφωνία και έλαβαν το όνομα τους από τον όρο όργκανονμ, ουσιαστικά εμπλούτισαν μια μονωδία και δεν ανάμειξαν δύο φωνές. Η δεύτερη φωνή ακολουθούσε την πρώτη σε παράλληλη κίνηση, σε σύμφωνα διαστήματα δηλαδή οκτάβας, πέμπτης και τέταρτης, ομοφωνία κ.ά. Στην αρχή, αυτές οι φωνές τοποθετούνταν παράλληλα•η μία αποτελούσε την κύρια άνω φωνή της μελωδίας του Γρηγοριανού μέλους, ενώ η δεύτερη ήταν η χαμηλότερη (Μάμαλης 2008: 30).
Στην περίοδο της πρώιμης Αναγέννησης η μουσική εξακολουθεί εν μέρει να «πατά» στο γρηγοριανό μέλος και να είναι πολυφωνική, ωστόσο πλέον γράφεται για τρεις ή και τέσσερις φωνές, ενώ εμπλουτίζεται και το μοτέτο, κείμενα που γράφονται για τις υψηλότερες φωνές του οργκανονμ, που πριν δεν είχαν λόγο (Machlis 1996: 76).
Στην Παναγία των Παρισίων, τον γαλλικό καθεδρικό ναό, η ομώνυμη Σχολή αναπτύσσει την λεγόμενη «Παλαιά Τέχνη – ars antiqua» υπό τον ιδρυτή της, οργανίστα και συγγραφέα Λεονέν.
Ο Μάμαλης (2008: 33) αναφέρει για την Παλαιά Τέχνη και την Σχολή της Παναγίας των Παρισίων που άνθησε τον 12ο-13ο αιώνα ότι «η αρχική οργάνωση της αντιστικτικής (σ.σ. η αντιστικτική μελωδία ακούγεται σε αντιπαράθεση με κάποια άλλη) πολυφωνίας αποτελεί καρπό της πρώιμης γοτθικής εκκλησιαστικής μουσικής».
Ο Λεονέν στη χαμηλή ενόργανη φωνή προσάρτησε στα φθογγόσημα σταθερούς ρυθμικούς τρόπους, καθιερώνοντας την τροπική μουσική σημειογραφία. Εφάρμοσε συνδυασμούς από κοσμικούς ρυθμούς στα μελισματικά όργκανα, ενώ παράλληλα αύξησε τις φωνές σε τρεις και τέσσερις (Μάμαλης 2008: 33).
Από το 13ο αιώνα το μοτέτο, που μέχρι τότε είχε θρησκευτικό χαρακτήρα, άλλαξε μορφή ενώ η βασική φωνή του τενόρ, που αντλούνταν από εκκλησιαστικά μέλη, διατηρήθηκε, οι υπόλοιπες απανθισμένες φωνές, απέκτησαν κοσμικό χαρακτήρα, διατηρώντας αυτούσια τη φωνή του τενόρ της λειτουργίας. Με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να γράφονται πλέον αμιγώς κοσμικά μοτέτα, τα καιμοτέτα, στα οποία ο τενόρ δεν ήταν δοσμένος ως θρησκευτικό μέλος, αλλά κοσμικού χαρακτήρα.
Η «Νέα Τέχνη» που αναπτύχθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα είχε επίσης την απαρχή της στη Γαλλία. Νέες μουσικές τεχνοτροπίες με επίκεντρο το Παρίσι από περίπου το 1320 και μέχρι το θάνατο του Γκιγιόμ ντε Μασό το 1377.
Το μοτέτο γίνεται πιο ελεύθερο, με την φωνή τενόρ να μην θεωρείται πια βάση, ενώ κάτω από αυτήν προστέθηκε μια ελεύθερη φωνή, συγγενής ρυθμικά με τη μελωδία, που ονομάστηκε κοντρατενόρ. Η φωνή του τενόρ, παρότι μέχρι το 15ο αιώνα εξακολούθησε να διατηρεί τη μελωδική της υπεροχή, έχασε βαθμιαία την παλαιότερη λειτουργία της και μετατράπηκε σε μια φωνή ισοδύναμη με τις υπόλοιπες (Μάμαλης 2008: 38).
Η Νέα Τέχνη, σε αντίθεση με την Παλαιά Τέχνη, χαρακτηριζόταν από την αλλοίωση των αρχαίων τρόπων, χάρη στη χρήση του προσαγωγέα (σ.σ. 7η βαθμίδα τονικότητας), την τελειοποίηση της θεωρίας της αντίστιξης και την ανάμειξη των κοσμικών μελωδιών στη λειτουργία την υιοθέτηση ομαλών μέτρων και την αναζήτηση απλών ρυθμών (Μάμαλης 2008: 53).
Την εποχή του όψιμου Μεσαίωνα η μουσική αντίληψη αφομοίωσε τα εμπειρικά δεδομένα. Η υιοθέτηση αντιθέσεων μεταξύ μέτρων διπλής και τριπλής μουσικής αγωγής στη χρονική μονάδα, έσπασε τα δεσμά του θεολογικού χαρακτήρα της μουσικής και της χρονικής ομοιογένειας, ενώ έθεσε υπό το θεωρητικό πλαίσιο της αρμονίας, τις κοσμικές παραλλαγές του μέτρου και της χρονικότητας (Μάμαλης 2008: 39).
Από το 14ο αιώνα και κυρίως στη διάρκεια του 15ου, νέα πνοή δίδεται σε όλα τα μουσικά είδη που είχαν διαμορφωθεί το Μεσαίωνα, απόρροια κυρίως του κοσμικού τραγουδιού. Οι συνθέτες, επιδιώκοντας να μιμηθούν τη φύση, ανακάλυψαν τρόπους και ρυθμούς, συνδυασμούς αντιστικτικούς
Ο Μασό ανέπτυξε την ιδέα της «σύμπλευσης» τροβαδούρου – ήρωα της ιστορίας με την εναλλαγή αφήγησης – τραγουδιού. Ο Μασό προώθησε ακόμη περισσότερο αυτή την ιδέα επειδή και ο ίδιος ήταν τρουβέρος, έγραφε άλλοτε τραγούδια και άλλοτε αφήγηση (Μάμαλης 2008: 39).
Επίσης, παρά το γεγονός ότι ήταν κληρικός, η σταδιοδορμία του και ως αυλικός, του επέτρεψε να ασχοληθεί και με έργα κοσμικού χαρακτήρα, γράφοντας ποιητικά και μουσικά έργα (400 ποιήματα, 42 μπαλάντες, 33 βιρελέ, 76 ροντό, 10 compaintes και 7 τραγούδια για βασιλείς).
«Οι ζωγράφοι σύντομα θα αρχίσουν να ανακαλύπτουν τις ομορφιές της φύσης και της γοητείας της ανθρώπινης μορφής. Έτσι και οι συνθέτες θα μετατοπίζουν όλο και περισσότερο την προσοχή τους από τα θρησκευτικά στα κοσμικά θέματα» αναφέρει ο Machlis (1996: 83) για την Ars Nova.
Στην Ιταλία, όπου απορρίφθηκε η γαλλική μουσική σχολή, αναδείχθηκε μια πολυφωνική αντίληψη νέα και ανατρεπτική ως προς τις αρχές της γοτθικής τέχνης. Παράλληλα, η αναδιοργάνωση της παλαιότερης πολυφωνικής μουσικής σε ένα είδος πρώιμης μουσικής της Αναγέννησης αποτέλεσε το βασικό επίτευγμα της τάσης των Φλωρεντινών.
Οι Ιταλοί συνθέτες με πιο Μεσογειακό ταμπεραμέντο, στα έργα τους έδωσαν ένα αισθαντικό και νατουραλιστικό αίσθημα. Ο Μάμαλης (2008: 42) αναφέρει: «Σε αυτές τις μουσικές φόρμες δόθηκε προτεραιότητα στη μελωδία• είναι αυτή η οποία κατεύθυνε τη φόρμα και όχι οι αυστηροί, σχολαστικοί κανόνες της πολυφωνίας».
Έτσι, οι άλλες δύο φωνές, που αντιστοιχούσαν στον τενόρ και τον κοντρατενόρ, ήταν συνήθως οργανικές και έπαιζαν συνοδευτικό ρόλο, ενώ ακόμη και οι πιο πολύπλοκες φόρμες, όπως οι τρίφωνες μπαλάτε, δεν προκαλούσαν επέκταση της φόρμας και δεν εμπλουτίζονταν από μελίσματα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η Φλωρεντία και η Βενετία κατά τον 13ο-14ο αιώνα αποτελούν το καλλιτεχνικό κέντρο τόσο της Ιταλίας, όσο και συνολικά της Ευρώπης. Με βάση τα πρώτα ψήγματα ανθρωποκεντρισμού της πρώιμης Αναγέννησης και την σταδιακή αποδέσμευση από τα αυστηρά θρησκευτικά όρια του Μεσαίωνα, οι τομείς της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής δοκιμάζουν νέους τρόπους για να επιτύχουν την ομορφιά και την αρμονία, αποτυπώνουν την ανθρώπινη οντότητα και κίνηση, προσδίδουν «βάθος» στις κατασκευές και τις δημιουργίες τους.
Τα θέματα των καλλιτεχνών εμπλουτίζουν το αποκλειστικό θρησκευτικό θεματολόγιο του Μεσαίωνα με νέες πηγές έμπνευσης από την ιστορία, την μυθολογία κλπ.
Η μουσική στο πέρασμα από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση, σταδιακά αποβάλλει τον θρησκευτικό της μονομερή χαρακτήρα και γίνεται πιο ζωντανή, πιο μελωδική. Νέες, περισσότερες φωνές προστίθενται στις συνθέσεις των μουσικών που πια δεν είναι ανώνυμοι. Η Γαλλία εξελίσσεται σε μουσικό κέντρο της Ευρώπης, αφού οι συνθέτες της εντρυφούν στην πολυφωνία, δοκιμάζουν νέους τρόπους και ρυθμούς, εμπλουτίζοντας τις μελωδίες και αποδεσμεύοντάς τις από τα Μεσαιωνικά πρότυπα. Πηγή έμπνευσης από τα τέλη του 13ου αιώνα δεν είναι πια για Θεία κείμενα, αλλά η φύση και οι ομορφιές της, ο άνθρωπος και οι εμπειρίες του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αλμπάνη Τζ. – Κασιμάτη Μ., 2008, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, τ.Α. Εικαστικές Τέχνες στην Ευρώπη από το Μεσαίωνα ως τον 18ο αιώνα, Πάτρα, ΕΑΠ.

Μάμαλης Ν, 2008, Η Ιστορία των Τεχνών στην Ευρώπη, τ.Γ. Η Μουσική στην Ευρώπη, Πάτρα, ΕΑΠ.

Gonbrich H. E., 1998, Το Χρονικό της Τέχνης, μτφ. Λίνα Κάσδαγλη, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, ανατύπωση 2008

Machlis J.-Forney K., 1996, Η Απόλαυση της Μουσικής – Εισαγωγή στην ιστορία – μορφολογία της Δυτικής μουσικής, επιμέλεια μτφ. Δ. Πυργιώτης, Αθήνα, Fagotto

Βασιζόμενοι στη λειτουργία των βασικών οργάνων της ΕΕ, εξηγήστε πού εδράζεται το δημοκρατικό έλλειμμα.


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ


ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ



ΡΟΗ (ΡΟΔΟΠΗ) ΧΑΪΚΟΥ



Θ.Ε.: ΕΠΟ 33


ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 3Η


ΜΑΡΤΙΟΣ 2011

ΘΕΜΑ: Βασιζόμενοι στη λειτουργία των βασικών οργάνων της ΕΕ, εξηγήστε πού εδράζεται το δημοκρατικό έλλειμμα.



ΣΥΝΟΛΟ ΛΕΞΕΩΝ: 2.500


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ                                                                                                         2
Ορισμός του δημοκρατικού ελλείμματος                                                           2
Η λειτουργία των βασικών οργάνων της Ε.Ε.                                                  2-3
Ο σκεπτικισμός για τις δημοκρατικές διαδικασίες της Ε.Ε.                             3-5
Ο αντίλογος σε σχέση με τις εθνικές διαδικασίες και το ρόλο της Ε.Ε.          5-6
ΕΠΙΛΟΓΟΣ                                                                                                       6
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ                                                                                               7
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Για περισσότερα από 15 χρόνια γίνεται λόγος για το "δημοκρατικό έλλειμμα" που υπάρχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση κυρίως στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων καίριας σημασίας για την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και την αποτελεσματική διακυβέρνηση της Ένωσης μπροστά στα τεράστια προβλήματα που παρουσιάζονται τόσο εντός της, όσο και στο ρόλο και την θέση της σε διεθνή ζητήματα. Τίθεται υπό αμφισβήτηση ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το εύρος των αρμοδιοτήτων του, η ισχύς του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και οι δικαιοδοσίες του Συμβουλίου Υπουργών, αλλά και η θέση της Κομισιόν στον κοινό ευρωπαϊκό χάρτη.
Στην παρούσα εργασία θα επιδιώξουμε να αναλύσουμε πού εδράζεται αυτό το δημοκρατικό έλλειμμα αναλύοντας τις λειτουργίες των βασικών θεσμικών οργάνων της ΕΕ, συγκρίνοντάς τα παράλληλα και με την λειτουργία των εθνικών οργάνων και την διαδικασία λήψης αποφάσεων που ακολουθείται από τα κράτη που απαρτίζουν την Ένωση. Και να εξετάσουμε εάν στην ΕΕ όπως έχει δομηθεί σήμερα οι πολίτες βρίσκουν ανοικτές διόδους επικοινωνίας με τα θεσμικά όργανα, εάν έχουν δυνατότητες παρέμβασης, άσκησης κριτικής και συμμετοχής στην λήψη αποφάσεων.

Ορισμός του "δημοκρατικού ελλείμματος"
Με τον όρο ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ υπονοείται το γεγονός ότι οι ευρωπαίοι πολίτες δεν συμμετέχουν στην λήψη των αποφάσεων της Ένωσης, με αποτέλεσμα να αποξενώνονται, να απομακρύνονται από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τελικά αγνοούν τη λειτουργία και το ρόλο τους. Η έκταση του δημοκρατικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνδέεται άρρηκτα με το βαθμό μεταφοράς εξουσιών από τα κράτη μέλη στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τον Χ. Φραγκονικολόπουλο (2008: 170) "το δημοκρατικό έλλειμμα σημαίνει ότι η ΕΕ σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργεί χωρίς να ενεργεί στο όνομα των λαών που εκπροσωπεί και δεν είναι υπόλογη σε αυτούς. Αναφέρεται, επίσης, στην πολύ περιορισμένη ικανότητα των Ευρωπαίων πολιτών να επηρεάσουν τη λειτουργία των κύριων ευρωπαϊκών οργάνων". Και αναγνωρίζονται σε αυτό δύο διαστάσεις:
- η θεσμική πρώτη σχετίζεται με την πλημμελή εκπροσώπηση των Ευρωπαίων πολιτών στους κοινοτικούς θεσμούς και την αδυναμία να επηρεάσουν τη διαδικασία παραγωγής πολιτικής σε κοινοτικό επίπεδο και
- η κοινωνικο-ψυχολογική, που σχετίζεται με την αποτυχία δημιουργίας μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας.
Οι ευρωσκεπτικιστές κάνουν συχνά λόγο για τον τρόπο λειτουργίας των ερωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Για παράδειγμα ασκούν κριτική στον ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τις περιορισμένες δυνατότητες άσκησης εξουσίας, αφού δεν μπορεί να εκλέγει την "ευρωπαϊκή κυβέρνηση" ή τον πρόεδρο της Κομισιόν (Diezemann/Παπαναγιώτου, Deutsche Welle). Ή για το γεγονός ότι μόνο τα μέλη του ευρωκοινοβουλίου εκλέγονται άμεσα από τους Ευρωπαίους πολίτες, ενώ όλοι οι υπόλοιποι εκπρόσωποι στα θεσμικά όργανα ορίζονται από τις εθνικές κυβερνήσεις.

Η λειτουργία των βασικών οργάνων της Ε.Ε.
Ας δούμε όμως, συνοπτικά την λειτουργία των βασικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, αρχής γενομένης του Συμβουλίου Υπουργών. Το Σ.Υ. είναι το κύριο όργανο της νομοθετικής εξουσίας και αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών-μελών, κατά βάση οι υπουργοί των εθνικών κυβερνήσεων. Για την λήψη αποφάσεων, ανάλογα με το θέμα, απαιτείται ομοφωνία, αυξημένη πλειοψηφία ή ειδική πλειοψηφία. Στην τρίτη περίπτωση προβλέπεται η αρχή της στάθμισης των ψήφων των διαφορετικών κρατών-μελών (Λάβδας Κ, 2002:71). Η ειδική πλειοψηφία άρχισε να εφαρμόζεται σε ολοένα και περισσότερες περιπτώσεις μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986 και σήμερα καλύπτει τα περισσότερα πεδία πολιτικής. Βασίζεται στην αρχή της στάθμισης των ψήφων των κρατών-μελών, η οποία χονδρικά προκύπτει σε αντιστοιχία με τον πληθυσμό τους (Λάβδας Κ., 2002: 76). Στο ΣΥ οι συμμετέχοντες αφενός αποφασίσουν και νομοθετούν για κοινές πολιτικές, παράλληλα όμως, προωθούν ο καθένας τα συμφέροντα της χώρας του, όπως τα ορίζει η εκάστοτε εθνική κυβέρνηση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ένα κατ' εξοχήν υπερεθνικό όργανο, όπως αναφέρει ο Κ. Λάβδας (2002:72) και ρόλος της είναι να εκπροσωπεί και να υποστηρίζει τα συμφέροντα του συνόλου της Ένωσης. Είναι επιφορτισμένη κυρίως με την εκτελεστική λειτουργία αλλά έχει και δικαιώματα νομοθετικών πρωτοβουλιών, τα οποία ασκεί με εισηγήσεις στο Συμβούλιο των Υπουργών. Επικεφαλής της Επιτροπής είναι 27 Επίτροποι, οι οποίοι διορίζονται από τις εθνικές κυβερνήσεις. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής είναι επικεφαλής αυτών των Επιτρόπων και έχει τη δυνατότητα να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της Κοινότητας. Οι Επίτροποι οφείλουν να είναι εντελώς ανεξάρτητοι από τις εθνικές κυβερνήσεις που τους υπέδειξαν και να εκπροσωπούν τα κοινά συμφέροντα της Κοινότητας-όχι αυτά των επιμέρους κρατών-μελών.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκλέγεται από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να εκπροσωπήσει τα συμφέροντά τους. Οι εκλογές διεξάγονται ανά πενταετία. Δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι έχει κάθε Ευρωπαίος πολίτης, σε οποιοδήποτε μέρος της ΕΕ και αν κατοικεί. Έτσι, το Κοινοβούλιο εκφράζει τη δημοκρατική βούληση των 500 εκατομμυρίων περίπου πολιτών της Ένωσης και εκπροσωπεί τα συμφέροντά τους στις συζητήσεις με τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ (Europa: Θεσμικά Όργανα της ΕΕ). Οι πιο πρόσφατες εκλογές πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο 2009. Το σημερινό Κοινοβούλιο αριθμεί 736 μέλη από όλες τις 27 χώρες της ΕΕ. Τα διάφορα κράτη εκπροσωπούνται από αριθμό Ευρωβουλευτών ο οποίος αντιστοιχεί χονδρικά στον πληθυσμό τους.
Σήμερα, οι κύριες αρμοδιότητές του, όπως αναφέρονται στην επίσημα ιστοσελίδα της ΕΕ για τα θεσμικά όργανα της, είναι η θέσπιση ευρωπαϊκών νόμων, από κοινού με το Συμβούλιο σε πολλούς τομείς πολιτικής. Το γεγονός ότι το ΕΚ εκλέγεται άμεσα από τους πολίτες αποτελεί ένα από τα στοιχεία που εγγυώνται τη δημοκρατική νομιμότητα της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Επίσης, ασκεί δημοκρατικό έλεγχο επί όλων των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, και ιδίως επί της Επιτροπής. Έχει την εξουσία να εγκρίνει ή να απορρίπτει το διορισμό των Επιτρόπων, καθώς και να κάνει δεκτή πρόταση μομφής κατά της Επιτροπής συλλογικά. Τέλος, το Κοινοβούλιο μοιράζεται με το Συμβούλιο την εξουσία σχετικά με τον προϋπολογισμό της Ένωσης και συνεπώς μπορεί να επηρεάζει τις δαπάνες της. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, εγκρίνει ή απορρίπτει τον προϋπολογισμό στο σύνολό του.
Σε γενικές γραμμές, ακόμη και σήμερα, το Ευρ. Κ. μόνο εν μέρει παίζει τον ρόλο ενός κοινοβουλίου, αφού το πραγματικό νομοθετικό όργανο της ΕΕ δεν είναι αυτό, αλλά το Συμβούλιο των Υπουργών (Λάβδας, 2002: 73).
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είναι οι θεσμοθετημένες συναντήσεις των αρχηγών των κυβερνήσεων των κρατών-μελών των Ε.Κ.

Ο σκεπτικισμός για τις δημοκρατικές διαδικασίες της Ε.Ε.
Το γεγονός λοιπόν, ότι μόνο οι Ευρωβουλευτές είναι άμεσα εκλεγμένοι από τους Ευρωπαίους πολίτες και οι αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου είναι περιορισμένες σε σχέση με αυτές μιας εθνικής βουλής, αλλά και η πολυπλοκότητα των διαδικασιών λειτουργίας των υπολοίπων θεσμικών οργάνων της ΕΕ, αποτελεί τον θεμέλιο λίθο των υποστηρικτών της ύπαρξης "δημοκρατικού ελλείμματος " στην Κοινότητα.
Είναι χαρακτηριστική η από το 2009 τοποθέτηση στην Deutsche Welle της Ζαμπίνε φον Όπελν, πολιτολόγου από το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου: «Το δικαίωμα της πρωτοβουλίας επαφίεται κυρίως στην Ευρωπαϊκή Κομισιόν και όχι στο Ευρωκοινοβούλιο. Και αυτό είναι όντως ένα σημείο αδυναμίας. Από την άλλη πλευρά, οφείλουμε να αποδεχθούμε ότι το Ευρωκοινοβούλιο έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να παροτρύνει την Κομισιόν να προχωρήσει σε νομοθετικές ρυθμίσεις».
Όπως αναφέρει ο Χ. Φραγκονικολόπουλος (2008: 170), "το πρώτο σκέλος στην κριτική για τη μη δημοκρατικότητα της ΕΕ αναφέρεται στην έλλειψη νομιμότητας της ΕΕ και λογοδοσίας των ευρωπαϊκών θεσμών στους Ευρωπαίους πολίτες" και ότι το κοινοτικό πλαίσιο της ΕΕ δεν εκπληρώνει τα προαπαιτούμενα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Και φέρνει ως παράδειγμα τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου Υπουργών πίσω από κλειστές πόρτες, με αποτέλεσμα το σύνολο των διαδικασιών που οδηγούν σε συγκεκριμένες αποφάσεις να παραμένει κρυφό, μακριά από τα βλέμματα των Ευρωπαίων πολιτών. Ή σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, το Συμβούλιο ούτε καν συμβουλεύεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι ευρωβουλευτές μπορούν να υιοθετήσουν οποιαδή¬ποτε απόφαση επιθυμούν, αλλά τίποτα δεν υποχρεώνει το Συμβούλιο των Υπουρ¬γούν των Εξωτερικών να τη λάβει υπόψη του, οπότε μπορεί ανενδοίαστα να την αγνοήσει (Φραγκονικολόπουλος, 2008: 171).
Αντίστοιχα, η Κομισιόν δεν ελέγχεται επαρκώς ούτε από τις εθνικές κυβερνήσεις, ούτε από τα εθνικά κοινοβούλια, ούτε καν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατά τον τρόπο που οι κυβερνήσεις λογοδοτούν στα εθνικά τους κοινοβούλια. "Αποτελεί κατά βάση ένα τεχνοκρατικό σώμα, που δίνει βάρος όχι στην αντιπροσωπευτικότητα, αλλά στην ειδίκευση και στην αποτελεσματικότητα. Έτσι, κάθε πρωτοβουλία της Επιτροπής δεν αποτελεί παρά ενέργεια των ελίτ, η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί από τους λαούς της Ευρώπης. Η αδιαφάνεια των εργασιών της, σε συνδυασμό με την πολυπλοκότητα της λειτουργίας της, κρατούν τον πολίτη σε απόσταση και σε θέση άγνοιας", επισημαίνει ο Φραγκονικολόπουλος (2008: 171)
Κορωνίδα του "δημοκρατικού ελλείμματος" της ΕΕ θεωρούνται οι αδυναμίες του Ευρ. Κοινοβουλίου, αφού διαθέτει πολύ μικρότερη ισχύ από ό,τι τα εθνικά κοινοβούλια.
Η φον Όπελν επισημαίνει ως πρόβλημα και την κατανομή εδρών, επομένως και ψήφων κατ’ αναλογία του πληθυσμού της κάθε χώρας - μέλους. Έτσι μια μεγάλη χώρα-μέλος, όπως η Γαλλία ή η Γερμανία, διαθέτει πολλαπλές έδρες και ψήφους σε σχέση με μια μικρή, όπως η Μάλτα. "Όλα αυτά φαλκιδεύουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και κυρίως τις αντιλήψεις περί δημοκρατίας των Ευρωπαίων πολιτών", ήταν το σχετικό σχόλιό της.
"Το δημοκρατικό έλλειμμα αναφέρεται ειδικά στην αδυναμία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως του μοναδικού ευρωπαϊκού οργάνου που είναι εκλεγμένο απευθείας από τους λαούς της Ευρώπης και κυρίως στην ανικανότητα του να καταστήσει τα ευρωπαϊκά εκτελεστικά όργανα υπόλογα σε αυτό κατά έναν τρόπο που θα ομοιάζει με αυτόν κατά τον οποίο οι εθνικές κυβερνήσεις είναι υπόλογες στα εθνικά κοινοβούλια", σημειώνει ο Φραγκονικολόπουλος (2008: 172). Οι διαδικασίες και οι αρμοδιότητες είναι μείζον ζήτημα για το Ευρ. Κοινοβούλιο, αφού υπάρχουν θέματα στα οποία είναι ισότιμο με την Κομισιόν και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, όπως π.χ. στο ζήτημα της προστασίας των καταναλωτών και στο περιβάλλον. Αντίθετα στον προϋπολογισμό έχει περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης, ενώ σε θέματα κοινής, ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας δεν υφίσταται καμία παρέμβαση.
Ζήτημα αποτελεί επίσης και η άγνοια των ευρωπαίων πολιτών για την λειτουργία και τις διαδικασίες των οργάνων της ΕΕ, ιδιαίτερα για το Ευρωκοινοβούλιο, τα μέλη του οποίου εκλέγουν κιόλας, "γεγονός που καθιστά δύσκολη τη δημοκρατικοποίηση και νομιμοποίηση της ΕΕ και την ενίσχυση των μηχανισμών λογοδοσίας μέσα από την ενδυνάμωση του ρόλου του" (Φραγκονικολόπουλος, 2008: 172).
Το δεύτερο σκέλος της αρνητικής κριτικής στην ευρωπαϊκή πολιτική, σύμφωνα με τον Χ. Φραγκονικολόπουλο (2008: 173) συνίσταται στην απουσία των μηχανισμών εκείνων που θα επιτρέψουν στους πολίτες να συμμετάσχουν ενεργά και να διαμορφώσουν προτάσεις πολιτικής, αφού οι όποιες συζητήσεις γίνονται μόνο από πολιτικούς και ο ρόλος του πολίτη όπου του δίνεται βήμα, περιορίζεται σε ένα απλό «ναι» ή «όχι», επί της τελικής μορφής των προτάσεων.
Είναι χαρακτηριστική η άρνηση μερίδας των Ευρωπαίων πολιτών στο Ευρω-σύνταγμα όπου έγινε δημοψήφισμα, ενώ σε χώρες όπως η Ελλάδα, το σύμφωνο επικυρώθηκε απευθείας από τη Βουλή.
Κάνοντας ένα μικρό φλασ-μπακ, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας το Δεκέμβριο του 2000 εγκαινιάστηκε μια ευρεία δημόσια διαβούλευση σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης, καθώς και μια Ευρωπαϊκή Συνέλευση με αποστολή να αυξήσει τη δημοκρατική νομιμοποίηση της Ένωσης. Το αποτέλεσμά της ήταν η πρόταση ενός σχεδίου συνταγματικής συνθήκης, ενισχύοντας τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά το διορισμό και τον έλεγχο της Επιτροπής και διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας συναπόφασης.
Η απόρριψη της Συνταγματικής Συνθήκης στα δημοψηφίσματα επικύρωσης της, που πραγματοποιήθηκαν το 2005 στη Γαλλία και την Ολλανδία, οδήγησαν στην αναθεώρηση του κειμένου που είχε ετοιμαστεί από την Ευρωπαϊκή Συνέλευση από τεχνοκράτες των εθνικών κυβερνήσεων.
Τα αποτελέσματα της περιόδου περισυλλογής και εξήγησης του "όχι" των Ευρωπαίων πολιτών μάλλον, δεν ήταν τα αναμενόμενα. Και έτσι, ήρθε η απόρριψη της νέας αναθεωρημένης συνθήκης από την Ιρλανδία το καλοκαίρι του 2008 κατόπιν και πάλι δημοψηφίσματος. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Ιρλανδικής κυβέρνησης σχετικά με τους λόγους απόρριψης της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης διαφάνηκε ότι η έλλειψη ενημέρωσης αποτέλεσε τον κύριο λόγο για την αρνητική ψήφο αλλά και για την αποχή από το δημοψήφισμα. Παράλληλα οι δηλώσεις του Ιρλανδού Πρωθυπουργού (Taoiseach) Brian Cowen καθώς και του Ιρλανδού Επίτροπου Charlie McCreevy, ότι δε διάβασαν το κείμενο της Συνθήκης καταδεικνύουν το αρνητικό κλίμα, μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε ο διάλογος προ του δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία, και τις ευθύνες μερίδας της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, σύμφωνα με δημοσίευμα του περιοδικού ΡΕΥΜΑ τον Νοέμβριο του 2009.

Ο αντίλογος σε σχέση με τις εθνικές διαδικασίες και το ρόλο της Ε.Ε.
Σημαίνουν όλα αυτά όμως όντως ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ ή μήπως υπάρχει διαφορά στο επίπεδο οργάνωσης εφ’ όσον μιλούμε για διεθνική δημοκρατία και όχι για εθνική; Μήπως και οι δυνατότητες παρέμβασης του πολίτη στη διαμόρφωση των νόμων είναι το ίδιο έμμεσος και σε εθνικό επίπεδο;
Οι Ευρωπαίοι πολίτες απέχουν συστηματικά τα τελευταία χρόνια από τις εθνικές εκλογές, όπως και από τις ευρωεκλογές, ενώ για την πλειονότητα του εκλογικού σώματος στις ευρωεκλογές δεν καλείται να διαλέξει μεταξύ διαφορετικών κομματικών συνδυασμών ς και συχνά η ψήφος δεν αποτελεί παρά μια έκφραση διαμαρτυρίας προς τις εθνικές κυβερνήσεις.
Σύμφωνα με τον Νίκο Μούση, σύμβουλο στη Γενική Διεύθυνση "Επιχειρήσεις" της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η απομάκρυνση των πολιτών από την πολιτική δεν χαρακτηρίζει μόνο την ΕΕ, αλλά σχεδόν όλες τις αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, όπου ένα μεγάλο μέρος - αν όχι η πλειοψηφία των πολιτών - απέχουν από τις εθνικές εκλογές. "Επιπλέον λησμονούν ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν σχεδόν την ίδια επιρροή στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού δικαίου όπως και στη διαμόρφωση του εθνικού δικαίου. Έχουν μια έμμεση επιρροή, μέσω της εκλογής του κόμματος το οποίο σχηματίζει την εθνική κυβέρνηση, η οποία συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων από το συμβούλιο των υπουργών. Αλλά οι πολίτες συμμετέχουν και άμεσα στη δημοκρατική διαδικασία, δια της εκλογής των βουλευτών, οι οποίοι τους εκπροσωπούν στο Ευρ. Κοινοβούλιο, το οποίο έχει όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή στη νομοθετική διαδικασία, χάρη σε συνεχείς βελτιώσεις που επιφέρουν οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες", αναφέρει σχετικά (http://www.europedia.moussis.eu/books/Book_2/4/09/05/index.tkl?lang=gr&all=1&pos=116&s=1&e=10).
Τρεις συνθήκες που υπογράφτηκαν στη δεκαετία του 1990 είχαν σαν στόχο να αμβλύνουν την ύπαρξη του δημοκρατικού ελλείμματος και την αίσθηση της ελλιπούς σύνδεσης του ευρωπαίου πολίτη με τα κοινοτικά όργανα (Φραγκονικολόπουλος Χ., 2008: 174-175). Και όντως, αύξησαν τις αρμοδιότητές του Ευρωκοινοβουλίου (εγκρίνει την σύνθεση της Κομισιόν, μπορεί πλέον να απορρίπτει την πρόταση για το πρόσωπο για την θέση του προέδρου της Επιτροπής κ.α.), άνοιξε την πρόσβαση στους ευρωπαίους πολίτεςσε σειρά κοινοτικών εγγράφων (έβαλε όμως και περιορισμούς για ορισμένες κατηγορίες) κλπ.
Ωστόσο, κοινός παρονομαστής των προσπαθειών αυτών ήταν η αποτυχία τους να προσδώσουν νομιμότητα στην ευρωπαϊκή πολιτεία και "να διαπλάσουν μια κοινή ταυτότητα που θα διατηρεί το αίσθημα του συλλογικού ευρωπαϊκού συμφέροντος", σύμφωνα με το ΝΣΒ (2008: 175)
Ο βασικότερος αντίλογος για την ύπαρξη δημοκρατικού ελλείμματος στην ΕΕ εδράζεται από το γεγονός ότι και στις χώρες - μέλη της ΕΕ, οι πολιτικές και η λήψη αποφάσεων δεν ασκούνται άμεσα από το λαό, αλλά έμμεσα και κοινοβουλευτικά, μέσω των εκλεγμένων εκπροσώπων τους.
Ο Χ. Φραγκονικολόπουλος (2008: 177) σημειώνει πως η ύπαρξη δημοκρατικού πολιτεύματος είναι αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξη μιας χώρας στην ΕΕ, ενώ "οι πολίτες των χωρών-μελών έχουν εξουσιοδοτήσει τους αρχηγούς των κρατών τους να συμμετέχουν στην Ε.Ε. και να συναποφασίζουν σε αυτό το πεδίο".
Η διαφορά της Ε.Ε. από ένα κράτος είναι ότι η νομιμοποίηση της δεν έγκειται στην εκλογή από το λαό, αλλά στην αποτελεσματικότητα της ως οργανισμού, αφού δεν αποτελεί έθνος-κράτος και δημιουργήθηκε για να επιτύχει συγκεκριμένα αποτελέσματα (ειρήνη, οικονομική πρόοδο κ.λπ.) και από αυτά κρίνεται.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σήμερα την εικόνα ενός απόμακρου οργανισμού λήψης αποφάσεων, οι οποίες αν και θεωρητικά είναι πάντα προς όφελος των πολιτών δεν φέρουν την συναίνεσή τους. Παρά τις προσπάθειες, το δημοκρατικό έλλειμμα παραμένει, έστω και αν η άμεση δημοκρατία δεν έχει εφαρμογές ούτε στα κράτη-μέλη, αφού η άσκηση της εξουσίας, γίνεται από εκλεγμένους αντιπροσώπους στο Κοινοβούλιο και από την ανάδειξη πολιτικών κυβερνήσεων.
Η άγνοια των ευρωπαίων πολιτών για τις διαδικασίες και τον ρόλο των θεσμικών οργάνων της Ένωσης επιβάλλει την υιοθέτηση από πλευράς Ε.Ε. πιο διαφανών πρακτικών, αλλά και παράλληλα την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαίου πολίτη ως συμμέτοχου και άρα, συνυπεύθυνου στην ευρωπαϊκή διαδικασία ολοκλήρωσης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Φραγκονικολόπουλος Χ., 2008, Η Ευρωπαϊκή Ένωση την αυγή της τρίτης χιλιετίας: Θερμοί, Οργάνωση και Πολιτικές, Νέο Συνοδευτικό Βιβλίο, Πάτρα, ΕΑΠ

Λάβδας Κ, 2002, Ευρωπαϊκά Ιδεολογικά Ρεύματα κατά το β΄ μισό του 20ου Αιώνα και τη Μετα-Σοβιετική Περίοδο – Δημιουργία και Εξέλιξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εγχειρίδιο Μελέτης τ.Β., Πάτρα, ΕΑΠ

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
Diezemann/Παπαναγιώτου, Deutsche Welle, Τι σημαίνει ‘δημοκρατικό έλλειμμα’ στους ευρωπαϊκούς θεσμούς; 07.06.2009, http://www.dw-world.de/dw/article/0,,4307075,00.html

Μούσης Ν., Ευρωπαϊκή Ένωση: δίκαιο, οικονομία, πολιτικές: Τα περί δημοκρατικού ελλείμματος της ΕΕ, http://www.europedia.moussis.eu/books/Book_2/4/09/05/index.tkl?lang=gr&all=1&pos=116&s=1&e=10

Europa: Θεσμικά Όργανα της ΕΕ, http://europa.eu/institutions/inst/index_el.htm

ΡΕΥΜΑ, Νοέμβριος 2009, http://www.revmamag.com.cy/revma1/europaiki-enosi.html

Πώς η θεσμική εξέλιξη της ΕΕ μπορεί να ερμηνευθεί από τις τρεις κύριες θεωρητικές προσεγγίσεις στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση;


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΡΟΗ (ΡΟΔΟΠΗ) ΧΑΪΚΟΥ
Θ.Ε.: ΕΠΟ 33

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 2Η

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2011

ΘΕΜΑ: Πώς η θεσμική εξέλιξη της ΕΕ μπορεί να ερμηνευθεί από τις τρεις κύριες θεωρητικές προσεγγίσεις στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση;

ΣΥΝΟΛΟ ΛΕΞΕΩΝ: 2.565


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ                                                                              2
ΟΡΙΣΜΟΙ ΘΕΩΡΗΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΩΝ                        2
Ο νεολειτουργισμός και οι επιδράσεις του                             2-4
Ο διακυβερνητισμός στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε.               4-5
Η ομοσπονδιακή προσέγγιση                                                 5-7
ΕΠΙΛΟΓΟΣ                                                                            7-8
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ                                                                      9

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η οικοδόμηση μιας ενιαίας Ευρώπης από τα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι και σήμερα, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται σε εξέλιξη, αντιμετωπίζοντας συνεχώς νέες προκλήσεις.
Ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες, εθνικά συμφέροντα και κυριαρχικά δικαιώματα, διαφωνίες στους κόλπους των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, οικονομικές και πολιτικές κρίσεις δεν άφησαν ανεπηρέαστη την Ε.Ε., οι κατευθύνσεις στην ανάπτυξη της οποίας αντικατόπτριζαν τις τάσεις που αναπτύσσονταν στο εσωτερικό της κοινής ευρωπαϊκής αγοράς και πραγματικότητας.
Στην παρούσα εργασία στόχος μα είναι να ερμηνεύσουμε την θεσμική εξέλιξη της Ε.Ε., μέσα από τρεις βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις, τον νεολειτουργισμό, τον διακυβερνητισμό και την ομοσπονδιακή προσέγγιση. Να καταγράψουμε της θεσμική διάρθρωση της ενιαίας Ευρώπης και πως οι τρεις θεωρητικές πολιτικές επηρέασαν την προσπάθεια για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ορισμοί Θεωρητικών Προσεγγίσεων
Ως νεολειτουργισμός αποδίδεται η μέθοδος του Jean Monnet στις αρχές της δεκαετίας του 1950, στην οποία στηρίχθηκε αρχικά η ανάπτυξη και εξέλιξη της ΕΕ. Η μέθοδος αυτή προέβλεπε την σταδιακή προώθηση της ενοποιητικής διαδικασίας όχι σε αποφασιστικής σημασίας τομείς για τη εθνική κυριαρχία, αλλά κυρίως σε τομείς της οικονομίας (Χριστοδουλίδης, 2010: 52). Το σκεπτικό της ήταν ότι στην πορεία θα δημιουργηθεί η δυναμική για την διεύρυνση του περιεχομένου της ενοποίησης και την διάχυση (spill over) της και σε άλλους τομείς (Λάβδας, 2002: 50).
Τον διακυβερνητισμό αντιπροσωπεύει η εθνοκεντρική προσέγγιση, η οποία θέλει ως βάση οργάνωσης της Ε.Ε. το εθνικό κράτος (Παπαχριστόπουλος Insensé - Η ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ) και τάσσεται κατά της υπερεθνικής ολοκλήρωσης (Χριστοδουλίδης, 2010: 74), ζητά την επανεθνικοποίηση της λήψης αποφάσεων σε διαφόρους τομείς άσκησης ευρωπαϊκής πολιτικής και τάσσεται, κυρίως στο πολιτικό επίπεδο, υπέρ της ενίσχυσης των θεσμών της Ε.Ε. όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται διακρατικά.
Η ομοσπονδιακή προσέγγιση στηρίζεται στην πεποίθηση ότι για να αντιμετωπιστούν οι διεθνείς εξελίξεις στον οικονομικό και τεχνολογικό τομέα, θα πρέπει να υπάρξει υπέρβαση των εθνικών θεσμικών πλαισίων και να αναδειχθεί η έννοια της υπερεθνικότητας.

Ο νεολειτουργισμός και οι επιδράσεις του
Ο νεολειτουργισμός αποτελεί μια δημοφιλή προσέγγιση για την ανάλυση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και αποτελεί κριτική μετεξέλιξη του λειτουργικού δόγματος, στηρίζοντας την προσπάθεια ενοποίησης στην οικονομική ολοκλήρωση.
Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, όπου οι πληγές της Ευρώπης ήταν ακόμη ανοικτές, προτιμήθηκε να γίνουν αρχικά μικρά βήματα με σκοπό αργότερα να υπάρξει διάχυση (το λεγόμενο «spillover») των θετικών οικονομικών δεδομένων σε παράπλευρους τομείς ενοποίησης.
Προτάχθηκε η οικονομική ολοκλήρωση και η εγκαθίδρυση κοινών βάσεων οικονομικής ανάπτυξης ως το πρώτο στάδιο για την δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας. Στην βάση αυτή συντάχθηκε και υλοποιήθηκε το όραμα του J. Monnet και το Σχέδιο Schuman για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα τον Απρίλιο του 1951. Όπως αναφέρει ο Χριστοδουλίδης (2010: 52) «η ιδέα αποσκοπούσε στη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού προτύπου (…) και η κοινή αγορά εδραιωνόταν στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού».
Την ομοσπονδιακή οπτική της ΕΚΑΧ υποστασιοποιούσε η Ανώτατη Αρχή, ένα όργανο με ευρείες αρμοδιότητες, το οποίο ήταν επιφορτισμένο να εκπροσωπεί το «γενικό συμφέρον της Κοινότητας». Η ΕΚΑΧ βασιζόταν στην οικονομική συνεργασία, περιοριζόταν σε ένα τομέα που είναι βαρύνουσα σημασία για τις 6 χώρες που συμμετείχαν και χωρίς να ξεκινά από καθαρά πολιτικό υπόβαθρο, έκανε τεράστια άλματα οικονομικής συνεργασίας και ολοκλήρωσης, τα οποία στη συνέχεια είχαν σημαντικές πολιτικές συνέπειες και προεκτάσεις (Λάβδας, 2002: 61). Η ΕΚΑΧ ήταν ο πρώτος Ευρωπαϊκός θεσμός που είχε συγκροτηθεί υπερεθνικά και διακυβερνητικά.
Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο νεολειτουργισμός αποτελεί ένα μείγμα μεταξύ του ομοσπονδιακού και του λειτουργικού υποδείγματος, με τους πρεσβευτές της προσέγγισης αυτής να πιστεύουν ότι η πολιτική ολοκλήρωση σε υπερεθνικό επίπεδο προκύπτει ως μακροπρόθεσμη συνέπεια της συγκρατημένης οικονομικής ολοκλήρωσης.
Υπό την πολιτική του νεολειτουργισμού δημιουργήθηκε ΕΟΚ, η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα αλλά και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, όμως πλέον από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά, γίνονται εντονότερες οι «φωνές» και οι αντιθέσεις των υπερεθνικών και των διακυβερνητικών πολιτικώ τάσεων.
Στις 25 Μαρτίου 1957 υπογράφηκαν στην Ρώμη οι ιδρυτικές συνθήκες της ΕΟΚ και της ΕΚΑΕ-Euratom, οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ από την 1/1/1958. Όπως αναφέρει ο Χριστοδουλίδης (2010: 65), η Συνθήκη της Ρώμης δημιούργησε ένα νέο πρότυπο οργάνωσης που βρίσκεται μεταξύ του υπερεθνικού και του διακυβερνητικού. Ενδεικτικά, η ΕΟΚ, μια κατεξοχήν οικονομική σύμπραξη, αποσκοπούσε στην δημιουργία μιας κοινής αγοράς που προϋπέθετε την κατάργηση δασμών και φραγμών στην διακίνηση προϊόντων, προσώπων και υπηρεσιών.
Για πρώτη φορά θεσπίστηκαν ρυθμίσεις που προέβλεπαν την παραχώρηση από τα εθνικά κράτη των κυριαρχικών τους εξουσιών για οικονομικά ζητήματα, όπως ήταν ο ανταγωνισμός, η κοινή αγορά, ελεύθερη διακίνηση, η τελωνειακή και εμπορική πολιτική κλπ. προς υπερεθνικά όργανα.
Στα πρώιμα στάδια της ευρωπαϊκής ενοποίησης υπήρξε περισσότερο έντονη η ομοσπονδιακή τάση, χωρίς ωστόσο να μπορεί να γίνει λόγος ότι κυριάρχησε επί της διακυβερνητικής τάσης. Είναι δε, γεγονός ότι τα τρία κορυφαία όργανα που προέκυψαν από τη Συνθήκη της Ρώμης αποτελούν συνδυασμό και των δύο μοντέλων: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέκτησαν κατ’ εξοχήν υπερεθνικό χαρακτήρα, ενώ το Συμβούλιο Υπουργών λειτουργούσε με βάση την Διακυβερνητική Συνεργασία.
Η Γαλλία που πρωτοστάτησε στη δημιουργία της ΕΚΑΧ και των άλλων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ήταν βασική υποστηρίκτρια της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά δεν απέκλειε και το ενδεχόμενο συγκρότησης μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας στο μέλλον. Ωστόσο αιχμή της προσέγγισης των Γάλλων ήταν η λειτουργική ιδέα της ενοποίησης συγκεκριμένων τομέων της οικονομίας, οι οποίοι στη συνέχεια θα οδηγούσαν σε περαιτέρω ενοποίηση (Λάβδας, 2002: 86).Η στάση της, ωστόσο άλλαξε μετά το 1958 με τις κυβερνήσεις Ντε Γκολ, που τάχθηκε κατά της υπερεθνικής διάστασης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δίνοντας μεγαλύτερο βήμα στον διακυβερνητισμό.

Ο διακυβερνητισμός στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε.
Ο Ντε Γκολ έβλεπε με καχυποψία την ισχυροποίηση των κοινοτικών θεσμών και κυρίως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επιθυμώντας τη διατήρηση μιας διακυβερνητικής κατά κύριο λόγο θεσμικής δομής και τρόπου λειτουργίας των κοινοτήτων. Την ίδια περίοδο, το Βέλγιο, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία παρέμειναν ένθερμοι υποστηρικτές της ενοποίησης (Λάβδας, 2002: 86), με αποτέλεσμα να ενταθούν οι αντιθέσεις στους κόλπους της ΕΟΚ.
Ο Γάλλος Πρόεδρος θεωρούσε πως η ευρωπαϊκή ενοποίηση θα είχε γερά θεμέλια εάν βασιζόταν στην αναγνώριση του ρόλου των εθνικών κρατών της Ευρώπης. Και όπως αναφέρει ο Λάβδας (2002: 89): «Ο Γάλλος Πρόεδρος δεν αντιμετώπισε αρνητικά τη λειτουργική ιδεατής τομεακής οικονομικής ενοποίησης, παρ' όλο που πίστευε ότι αυτή δεν μπορούσε τελικά να υπερβεί τα πλαίσια που, σε τελική ανάλυση, παραμένουν δια¬κυβερνητικά` και βέβαια δεν εναντιωνόταν στη ριζική μεταβολή του παραδοσιακού, εθνικιστικού ευρωπαϊκού πολιτικού σκηνικού».
Υπό αυτά τα δεδομένα, ήτα αναπόφευκτο να υπάρξουν τριβές εντός του κόλπου της ΕΟΚ, με τον Ντε Γκολ να αντιτίθεται στον τρόπο που η Ερωπαϊκή Επιτροπή προωθούσε την ενοποίηση και του Προέδρου της και εντέλει ο διακυβερνητισμός ενισχύθηκε από τα γεγονότα μετά το λεγόμενο Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου το 1966.
Δεύτερο σημείο τριβής για τα γαλλικά συμφέροντα ήταν η ΚΑΠ, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, η οποία σαν θεσμός υφίσταται μέχρι σήμερα και απορροφά μεγάλο κομμάτι του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, καθώς η γαλλική κυβέρνηση επεδίωκε να πετύχει μεγαλύτερα οφέλη για τον αγροτικό τομέα της από τις κοινοτικές πολιτικές. Επίσης, αρνείτο την εκχώρησης μεγαλύτερων εξουσιών στο Ευρ. Κοινοβούλιο για τα θέματα του προϋπολογισμού, την υιοθέτηση της αρχής της πλειοψηφίας στην λήψη των αποφάσεων κλπ.,
Με τον Συμβιβασμό του Λουξεμβούργο, μετά από σειρά πιέσεων, απειλών για αποχώρηση και μη συμμετοχή στα θεσμικά όργανα όπως το Κοινοβούλιο, η Γαλλία πέτυχε να μεταφερθούν χρονικά οι αποφάσεις για τα φλέγοντα θέματα για μετά το 1970. Και όπως σημειώνει ο Χριστοδουλίδης (2010: 76): «σύμφωνα με την φόρμουλα αυτή, στη περίπτωση που ένα κράτος μέλος θεωρούσε ότι διακυβευόταν ‘ένα πολύ σημαντικό εθνικό συμφέρον του’, το Συμβούλιο θα προσπαθούσε εντός εύλογου χρόνου να βρει τη λύση που θα γινόταν ομόφωνα αποδεκτή».
Ουσιαστικά, το κεντρικό σημείο του Συμβιβασμού αφορούσε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στις Ε.Κ. Σύμφωνα με την απαίτηση της Γαλλίας, η αρχή της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων παρέμεινε ισχυρή και η μετεξέλιξη προς την επικράτηση της αρχής της ειδικής πλειοψηφίας, ανακόπηκε, προσωρινά τουλάχιστον.
Ο διακυβερνητισμός λοιπόν, στηρίζεται την ισχύ των κυρίαρχων κρατών και θεωρεί πως η εξουσία πηγάζει από την συμφωνία τους με ομοφωνία, κριτήριο απαραίτητο και άμεσα συνυφασμένο με τον πυρήνα της θεωρίας αυτής, και επίσης, συνεπάγεται ότι τα κράτη της Ε.Ε. έχουν δικαίωμα αρνησικυρίας, δηλαδή μπορούν να «μπλοκάρουν», με βέτο τις αποφάσεις.
Ο Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου επέφερε ως ένα βαθμό θεσμική στασιμότητα, όπως σημειώνει ο Λάβδας (2002: 95) εφόσον η κυρίαρχη στα προηγούμενα χρόνια δυναμική της εμβάθυνσης της ενοποίησης ανακόπηκε με την ισχυροποίηση της αρχής της ομοφωνίας στην Κοινοτική διαδικασία λήψης αποφάσεων. Στην πράξη πάντως, ο Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου έχασε τη σημασία του από την έναρξη ισχύος της Ενιαίας Πολιτικής Πράξης , τον Ιούλιο του 1987 (Χριστοδουλίδης, 2010: 76).
Έτερο δείγμα διακυβερνητισμού στην θεσμική εξέλιξη της Ε.Ε. ήταν η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Κορυφής. Το Ευρ. Συμβούλιο απέκτησε τη σημερινή του μορφή και τυπική διάσταση μόλις το 1986 με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και αποτελεί έκτοτε την κορωνίδα της διακυβερνητικής συνεργασίας και συνέβαλε στην… εξασθένιση του υπερεθνικού ρόλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Βέβαια, οι συναντήσεις των αρχηγών κρατών πραγματοποιούνταν και πριν. Η πρώτη τέτοια συνάντηση έλαβε χώρα το 1961, ενώ το 1974, η Γαλλία του Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν πρότεινε να γίνονται τουλάχιστον τρεις συναντήσεις κάθε χρόνο. Αυτό ίσχυσε μέχρι το 1986, οπότε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο άρχισε να λειτουργεί ως κανονικός Κοινοτικός θεσμός (Λάβδας, 2002: 73).
Πρέπει να τονιστεί δε, ότι είχε μεσολαβήσει η αποχώρηση του Σαρλ Ντε Γκολ από την εξουσία το 1969, που επέτρεψε την απεμπλοκή του μηχανισμού της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την έναρξη μιας νέας φάσης του ενοποιητικού εγχειρήματος. Η σύγκληση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στη Χάγη το 1969, κατέληξε σε συμφωνία για την διεύρυνση των Ε.Κ., ενώ παράλληλα τέθηκαν οι βάσεις για τα επόμενα βήματα της ενοποίησης, με την Γαλλία να άρει το βέτο για την ένταξη της Βρετανίας. Το 1973 έγινε η πρώτη διεύρυνση με την ένταξη Αγγλίας, Δανίας και Ιρλανδίας ως πλήρη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Λάβδας 2002: 93). Ακολούθησε η Ελλάδα το 1981 και οι Ισπανία και Πορτογαλία το 1986.

Η ομοσπονδιακή προσέγγιση
Υπό τον Ζακ Ντελόρ επικεφαλής στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφασίστηκε ότι έπρεπε να δοθεί νέα ώθηση στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και να υπάρξει μια αναζωογόνηση προς την πλευρά της ενίσχυσης της ομοσπονδιακής θεώρησης, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να αντιμετωπίζονται πιο ευέλικτα τα προβλήματα στα θεσμικά όργανα.
Μετά δε, την οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’70 και της στασιμότητάς στην Ευρώπη, τα μέλη των Ε.Κ. αναζητούσαν τις οικονομικές προοπτικές που θα επέφεραν και πάλι ανάπτυξη. Έτσι, Έτσι, οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών των Ε.Κ. αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν τη δυνατότητα που τους προσέφερε για το ξεπέρασμα της ευρωπαϊκής στασιμότητας η ύπαρξη του Κοινοτικού πλαισίου. «Αντί να διολισθήσουν και πάλι σε καθαρά εθνικές στρατηγικές, αποφάσισαν να επεκτείνουν, να εμβαθύνουν και να ολοκληρώσουν πλήρως την κοινή αγορά που είχε ιδρυθεί με τη Συνθήκη της Ρώμης», σημειώνει ο Λάβδας (2002: 105), δημιουργώντας μια πραγματικά ενιαία αγορά με την κατάργηση κάθε είδους διαχωριστικού φραγμού στο εσωτερικό των Κοινοτήτων.
Σε θεσμικό επίπεδο υπήρξαν δύο σημαντικές βελτιώσεις: πρώτον, η αποδοχή της ομοφωνίας και/ή υιοθέτηση πρόσθετων μορφών πλειοψηφίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων από Κοινοτικούς θεσμούς και δεύτερον, η ανάγκη ενίσχυσης του δημοκρατικού χαρακτήρα του Κοινοτικού πλαισίου και αναβάθμισης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Λάβδας 2002: 106).
Έτσι, η Διακυβερνητική Διάσκεψη του 1985 αποδείχτηκε μία από τις σημαντικότερες, αφού κατέληξε στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η οποία αποτέλεσε σημαντικό αναθεωρητικό σταθμό τόσο σε σχέση με την ολοκλήρωση της ενιαίας εσωτερικής αγοράς όσο και με τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις.
Εκτός από την επέκταση της λήψης αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία, καθορίστηκε επιπλέον, για πρώτη φορά επίσημα ότι τα θέματα υψηλής πολιτικής που άπτονται μειζόνων εθνικών συμφερόντων θα αντιμετωπίζονταν σε διακρατικό επίπεδο, στα Συμβούλια Υπουργών και στις Συνόδους Κορυφής. Επίσης, αναγνώρισε επίσημα το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Χριστοδουλίδης 2010: 124).
Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ενίσχυσε την ευρωπαϊκή ενοποίηση προς ομοσπονδιακή κατεύθυνση, δεδομένου ότι έδωσε το δικαίωμα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να καθορίζει το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον στα θέματα χαμηλού επιπέδου που άπτονταν του πεδίου δράσης της και δεν επηρέαζαν το Εθνικό συμφέρον των 12 μελών της ΕΟΚ. Προωθήθηκαν. με τον τρόπο αυτό, τα σχέδια για την «Ενιαία Αγορά» και προχώρησαν οι δράσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την συνοχή και την σύγκλιση των κρατών της Ε.Ε μέσω του Α’ Κ.Π.Σ. και μπήκαν οι βάσεις για την Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Οι συγκεκριμένες παράμετροι που ορίζουν την οικονομική ένωση των χωρών της ΕΟΚ αποκρυσταλλώθηκαν τρία χρόνια αργότερα, το 1989, στην αναφορά για την ΟΝΕ της Επιτροπής υπό την προεδρεία Ντελόρ. Η αναφορά αυτή έθεσε τις βάσεις για τη συμφωνία για την ΟΝΕ στο πλαίσιο της Διακυβερνητικής Διάσκεψης και, τελικά, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση το 1992, γνωστή ως Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία προέβλεπε την σύγκλιση των οικονομιών των κρατών-μελών, την σύγκλιση των κρατικών πολιτικών τους στο οικονομικό πεδίο και την νομισματική ένωση με την υιοθέτηση ενός κοινού νομίσματος, του ευρώ, και την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Λάβδας 2002: 114-115).
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ενώ είναι σαφής ο ομοσπονδιακός ή υπερεθνικός χαρακτήρας ανάπτυξης της Ε.Ε., δεν λειπουν οι διακυβερνητικές προσεγγίσεις, στο πλαίσιο περιφρούρησης ή και περιχάραξης των συμφερόντων των χωρών – μελών της ΕΕ ή της ΟΝΕ έναντι και των εταίρων τους.
Η Συνθήκη του Μαάστριχτ ενίσχυσε την ομοσπονδιακή κατεύθυνση της Ε.Ε. αφού αναγνώρισε για πρώτη φορά το δικαίωμα ταχύτερων ρυθμών ενοποίησης με αρχικό πεδίο εφαρμογής την ΟΝΕ, δέχθηκε για πρώτη φορά την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) και επέτεινε την συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (Λάβδας 2002: 117).
Παράλληλα όμως, με την Συνθήκη του Μαάστριχτ ικανοποιούνται και μια σειρά «αιτημάτων» της διακυβερνητικής πολιτικής θεώρησης, αφού έδινε το δικαίωμα αυτοεξαίρεσης (opting-out) ενός κράτους από μια κοινή πολιτική, με την Αγγλία να κάνει χρήση αυτού και να μην μετέχει στην ΟΝΕ, εισήγαε, έστω και με συμβολική σημασία, την έννοια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας ενώ παράλληλα έκανε αναφορά στον σεβασμό της εθνικής ταυτότητας των κρατών της Ε.Ε, εισήγαγε την αρχή της επικουρικότητας, με βάση την οποία τα κράτη μπορούν να αναλαμβάνουν δράση όχι υποχρεωτικά στο πλαίσιο της Ε.Ε. κλπ. (Λάβδας 2002: 120-121), προκειμένου να μην επιφορτίζονται τα ανώτερα όργανα της Ε.Ε. με ζητήματα περιφερειακού χαρακτήρα
Η Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1996 έρχεται να αποσαφηνίσει ζητήματα της προηγούμενης συνθήκης, να προσδώσει προσδίδει κάποια υπερεθνικά στοιχεία στην κυρίαρχα διακυβερνητική ΚΕΠΠΑ και για πρώτη φορά η εξωτερική και αμυντική πολιτική της Ένωσης αποκτά εκπρόσωπο, ένα θεσμό που θυμίζει Υπουργείο Εξωτερικών και ενισχύει τους υπερεθνικούς θεσμούς του Κοινοβουλίου και της Κομισιόν (Λάβδας 2002: 133).
Ωστόσο, στην ίδια συνθήκη προβλέπεται η θεσμοθέτηση της επίκλησης του «ζωτικού εθνικού συμφέροντος» για τη χρήση του βέτο σε ορισμένες περιπτώσεις, η αδυναμία περαιτέρω επέκτασης της αρχής της ειδικής πλειοψηφίας και η έννοια της «ενισχυμένης συνεργασίας» στην εξέλιξη της ενοποίησης. Η τελευταία αναφέρεται στο παλαιότερο αίτημα της «ευελιξίας» δίνοντας τη δυνατότητα στα κράτη που θέλουν και μπορούν να προχωρήσουν με γρηγορότερα βήματα να μην καθυστερούν λόγω της έλλειψης βούλησης ή ικανότητας από τους εταίρους τους.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η προσπάθεια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της δόμησης της Ε.Ε. όπως την γνωρίζουμε σήμερα πέρασε από πολλά κύματα οικονομικής και πολιτικής ζύμωσης. Καθένα από αυτά γινόταν και γίνεται αντιληπτό υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν την δεδομένη χρονική στιγμή που χαράσσονταν οι πολιτικές. Υπό το πρίσμα μιας ενωμένης Ευρώπης, αλλά χωρίς τα κράτη – μέλη των Ε.Κ. να είναι διατεθειμένα να απολέσουν εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Έτσι είδαμε ότι τα πρώτα χρόνια ζωής της Ε.Κ. τα κράτη – μέλη είχαν επικεντρωθεί στην οικονομική συνεργασία και ένωση, προκειμένου να ανακάμψουν από τις απώλειες του Β Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, η ανάγκη επανένταξης της Γερμανίας και πιο εθνικιστική στροφή της Γαλλίας, οδήγησαν στην επικράτηση διακυβερνητικών πολιτικών ρευμάτων.
Η δεκαετία του ’70 αλλάζει τις προσεγγίσεις, φέρνοντας στο προσκήνιο τις ομοσπονδιακές προσεγγίσεις και την ανάγκη μιας ευρωπαϊκής οντότητας πιο διευρυμένης και ανοικτής σε συνεργασίες, συμπράξεις και συναλλαγές. Χωρίς όμως, οι χώρες – μέλη να απεμπολούν την εθνική τους κυριαρχία ή να έχουν μοναδικό μέλημά τους τα κοινά συμφέροντα της Ε.Ε. εις βάρος των εθνικών τους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χριστοδουλίδης Θ, 2010, Από την Ευρωπαϊκή Ιδέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Η ιστορική διάσταση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος 1923-2004, Αθήνα, Ι. Σιδέρης

Λάβδας Κ, 2002, Ευρωπαϊκά Ιδεολογικά Ρεύματα κατά το β΄ μισό του 20ου Αιώνα και τη Μετα-Σοβιετική Περίοδο – Δημιουργία και Εξέλιξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εγχειρίδιο Μελέτης τ.Β., Πάτρα, ΕΑΠ


ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
Παπαχριστόπουλος Χρήστος, Insensé - Η ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ, http://wwwinsense.blogspot.com/2010/06/blog-post_07.html

Να αναζητήσετε τους βασικούς παράγοντες - πολιτικούς, οικονομικούς, πολιτιστικούς - που συνέβαλαν στη μεταβολή των συνόρων στην/ της ΕΕ από τη δημιουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέχρι σήμερα.

ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΟΥ ΕΠΟ 33 2010-2011

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η γέννηση της ευρωπαϊκής ιδέας «γεννήθηκε» πριν από περίπου 2 αιώνες, και ουσιαστικά μετουσιώθηκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως ο «αντίλογος» του ιδεολογικού και πολιτικού ρεύματος του εθνικισμού.
Με την λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Ευρώπη καλείται να ανασυνταχθεί. Νικητές και ηττημένοι δεν βγήκαν αλώβητοι από τον Πόλεμο αφού οι εχθροπραξίες και οι βομβαρδισμοί, τόσο στις χώρες που αποτέλεσαν τις Συμμαχικές Δυνάμεις όσο και σε αυτές του Άξονα, είχαν καταστρέψει υποδομές, είχαν αποδιοργανώσει την οικονομική παραγωγή και είχαν αποδεκατίσει την βιομηχανία. Αλλά και κοινωνικοί και πολιτικοί λόγοι έδιναν έρισμα στους υποστηρικτές της Ενωμένης Ευρώπης προκειμένου να γίνουν τα πρώτα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση. Ωστόσο, για να καταφέρει η Ευρώπη να ενωθεί, έπρεπε πρώτα να… χωριστεί σε δύο μπλοκ: το Δυτικό και το Ανατολικό με το «σιδηρούν παραπέτασμα».
Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να αναδείξουμε τους βασικούς πολιτικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς παράγοντες, οι οποίοι συνέβαλαν στην ανέγερση του οικοδομήματος και καθόρισαν τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 χωρών – μελών, ξεκινώντας την αναζήτησή μας από την δημιουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέχρι τον 21ο αιώνα.


Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα τις δεκαετίες ’50-’60
Στην αυγή της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας, οι Ευρωπαϊκές χώρες αναζητούν τους τρόπους για να επιτυγχάνουν αμοιβαία συνεννόηση σε οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα και επί ίσοις όροις συνεργασία μέσα σε ένα κοινό θεσμικό πλαίσιο. Όλα αυτά υπό το πρίσμα της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών.
Ωστόσο, διαφορετικές πολιτικές και συμφέροντα (προσέγγιση Βρετανίας – ΗΠΑ, πρόταση Τσώρτσιλ το 1946 για δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης χωρίς το Ηνωμένο Βασίλειο κλπ.) δεν δίνουν σαφή εικόνα για το «όραμα» των ευρωπαίων ηγετών αναφορικά με την ενοποίηση και την δημιουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου.
Το Μάιο του 1950, η διακήρυξη Schuman για την δημιουργία μιας οργανωμένης Ευρώπης, απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση ειρηνικών σχέσεων μεταξύ των λαών της οδήγησε στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητάς Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ). Η ΕΚΑΧ έγινε πραγματικότητα με τη συνθήκη του Παρισιού στις 18 Απριλίου 1951 «γεννώντας» μια κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα μεταξύ των έξι ιδρυτικών κρατών (Βέλγιο, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Γαλλία, Ιταλία, Λουξεμβούργο και Κάτω Χώρες).
Βασικός σκοπός της διακήρυξης Schuman η διατήρηση της ειρήνης και μακροπρόθεσμο «όχημα» για να επιτευχθεί αυτή, η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η οποία δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την γαλλογερμανική συμφιλίωση (Λάβδας, 2002: 59).
Σε καθαρά οικονομικό επίπεδο, η ανάπτυξη της συμμάχου Δυτικής Γερμανίας παρέμεινε κομβικό ζήτημα, αφού η χώρα διέθετε ισχυρή βαριά βιομηχανία και τεράστιες παραγωγικές δυνατότητές στους τομείς του άνθρακα, του σιδήρου και του χάλυβα, δύο «κλειδιά» για την ανάπτυξη πολεμικής βιομηχανίας. Ζήτημα που δεν ήταν πια μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτικό. 
Όπως αναφέρει ο Κ. Λάβδας (2002: 61): «Η ΕΚΑΧ βασιζόταν στην οικονομική συνεργασία (…) και χωρίς να ξεκινά από καθαρά πολιτικό πεδίο, έκανε τεράστια άλματα οικονομικής συνεργασίας και ολοκλήρωσης, τα οποία, στη συνέχεια, είχαν σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις και προεκτάσεις».
Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο οι ευρωπαϊκές χώρες δεν καταφέρνουν να βρουν κοινή συνιστώσα στην ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία την δεκαετία του ’50 (Λάβδας, 2002: 66) και εντέλει «συνασπίζονται» υπό το ΝΑΤΟ για το ενδεχόμενο αναβίωσης του γερμανικού κινδύνου και την νέα «απειλή» της ΕΣΣΔ και του κομμουνισμού (Μαντά Δ -Σακελλαρόπουλος Σ., 2005: 5).
Στις 25 Μαρτίου 1957 με τη Συνθήκη της Ρώμης, τα έξι κράτη - μέλη της ΕΚΑΧ αποφάσισαν να οικοδομήσουν μια Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) που θα είχε ως βάση μια ευρύτερη κοινή αγορά, καλύπτοντας ένα μεγάλο φάσμα αγαθών και υπηρεσιών.
Τα πρώτα «οικονομικά σύνορα» καταλύονται την 1η Ιουλίου 1968 με την κατάργηση των μεταξύ τους δασμών, εφαρμόζοντας παράλληλα κοινές πολιτικές, ιδίως στους εμπορικούς και γεωργικούς τομείς. Με εφαλτήριο τα οικονομικά κίνητρα, οι συζητήσεις για την πολιτική και κοινωνική ενοποίηση της Ευρώπης ενισχύονται, εκπορευόμενες και από το κύμα των Ευρωπαίων πολιτών για πιο κοινωνικό κράτος, ενίσχυση της παιδείας και των δικαιωμάτων των ατόμων, με αποκορύφωμα τον Μάη του ’68.
Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1969 στη σύνοδο κορυφής της Χάγης οι πολιτικοί ηγέτες της ΕΟΚ αποφασίζουν να προωθήσουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ανοίγοντας το δρόμο για την πρώτη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συζητώντας παράλληλα και την νομισματική ένωση.
Ωστόσο, σαφής πολιτική και εικόνα για τα σύνορα της Ευρώπης δεν υπάρχουν. Σύμφωνα με την Λεοντίδου (2004: 11) «ασάφειες του παρελθόντος, ιδίως αυτές που αφορούν τον κατακερματισμό της Μεσογείου και τα όρια της Ευρώπης σχετικά με την Ανατολή, μας ακολούθησαν στα μέσα του εικοστού αιώνα, όταν ο De Gaulle αναφέρεται σε μια Ευρώπη «από τον Ατλαντικό έως τα Ουράλια», υπαινίχθηκε ότι η κατάτμηση της Ρωσίας σε δύο μέρη».

Οι πρώτες διευρύνσεις και η ανατροπή του ‘89
Η πρώτη διεύρυνση, με την οποία τα μέλη της Κοινότητας αυξήθηκαν από έξι σε εννέα, πραγματοποιήθηκε το 1973, με την ένταξη Δανίας, Ιρλανδίας και Βρετανίας.
Η παγκόσμια οικονομική ύφεση στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αποτέλεσμα και των δύο πετρελαϊκών κρίσεων του 1973 και 1979, και ο δισταγμός κάποιων μελών της ΕΟΚ να εγκαταλείψουν το εθνικό τους νόμισμα, μετέθεσε χρονικά τις αποφάσεις για την υιοθέτηση μιας κοινής νομισματικής μονάδας και δημιούργησε ένα ευρύτερο κλίμα «ευρωσκεπτικισμού».
Το 1981, στην ΕΟΚ προσχώρησε η Ελλάδα και το 1986 ακολούθησαν η Ισπανία και η Πορτογαλία, «ανοίγοντας» ουσιαστικά τα ευρωπαϊκά σύνορα στο νότο.
Ένα από τα σημαντικότερα βήματα για να διευκολυνθεί η κυκλοφορία των πολιτών στην ΕΕ έγινε το 1985 με την Συνθήκη του Σένγκεν, την οποία αρχικά σύνηψαν οι κυβερνήσεις του Βελγίου, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Λουξεμβούργου και των Κάτω Χωρών.
Η συμφωνία προέβλεπε την κατάργηση όλων των ελέγχων προσώπων, ανεξαρτήτως εθνικότητας, στα κοινά σύνορά τους, την εναρμόνιση των ελέγχων στα εξωτερικά σύνορά τους με κράτη μη μέλη της ΕΕ και την θέσπιση μιας κοινής πολιτικής για τη χορήγηση θεωρήσεων εισόδου (βίζα). Με τον τρόπο αυτό δημιούργησαν ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα υπό μία έννοια, που έγινε γνωστός ως χώρος Σένγκεν.
Η συμφωνία του Σένγκεν και το παράγωγο δίκαιο αποτέλεσαν στη συνέχεια αναπόσπαστο κομμάτι των ιδρυτικών Συνθηκών της ΕΕ και ο χώρος Σένγκεν σταδιακά επεκτάθηκε. Στο τέλος του 2007, όλα τα κράτη μέλη ανήκαν στον χώρο Σένγκεν, εκτός της Βουλγαρίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας, της Κύπρου και της Ρουμανίας.
Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 άλλαξε άρδην την πολιτική διάρθρωση της Ευρώπης και επηρέασε καταλυτικά την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Σύμφωνα με τους Μαντά – Σακελλαρόπουλο (2005: 10)«θα χρειαστεί, όμως, να έλθει το τέλος της δεκαετίας του ’80 για να πέσουν τα παντός είδους «τείχη» μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης, ώστε έννοιες όπως «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» ή «ευρωπαϊκή ενοποίηση» ν’ αποκτήσουν κυριολεκτικό και ουσιαστικό περιεχόμενο».
Η επανένωση της Γερμανίας τον Οκτώβριο του 1990, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και η αποκατάσταση της Δημοκρατίας στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, δημιούργησαν νέα δεδομένα στον χάρτη της Γηραιάς Ηπείρου.

Η μετάβαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Μετά την πτώση του διπολισμού, δεν καταργήθηκαν οι έννοιες των κρατικών ορίων και σύμφωνα με την Λεοντίδου, επανήλθε στο προσκήνιο το ζήτημα των συνόρων και των διασυνοριακών σχέσεων. «Η νοητική σημασία του συνόρου παραμένει: το σύνορο είναι ακόμη ένα είδος ορίου γύρω από στοιχεία της εθνικής κουλτούρας, που διαχωρίζει ή ιεραρχεί τη διαφορετικότητα των πολιτισμών.
Στην ΕΟΚ τα 12 κράτη - μέλη διαπραγματεύονταν τη νέα Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μάαστριχτ το Δεκέμβριο του 1991. Η Συνθήκη αυτή τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Νοεμβρίου 1993. Προσθέτοντας νέους τομείς διακυβερνητικής συνεργασίας στο υφιστάμενο κοινοτικό σύστημα, η Συνθήκη δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).
Η ΕΕ επιδίωξε άμεσα να προσεγγίσει τις πρώην Ανατολικές χώρες. Από τη μια πρόβαλε το όραμα μιας ισχυρής Ευρώπης με δυναμική εσωτερική αγορά και αναβαθμισμένη ανταγωνιστικότητα σε ένα ολοένα και περισσότερο διεθνοποιημένο κόσμο.
Από την άλλη ελλόχευε ο κίνδυνος της πλήρους κατάρρευσης των πρώην σοσιαλιστικών κρατών-«γεγονός που θα εξάλειφε τις προσδοκίες των ευρωπαίων επιχειρηματιών για επέκταση των δραστηριοτήτων τους στο χώρο της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης αλλά και θα οδηγούσε στη δημιουργία τεράστιων μεταναστευτικών ρευμάτων στο χώρο της ΕΟΚ/ ΕΕ με πολλά αρνητικά συνεπακόλουθα» (Μαντά- Σακελλαρόπουλος-Κωνσταντινίδης, 2005: 2).
Και δεν άργησε να συμβεί, αφού στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ (Βουλγαρία, Τσεχική Δημοκρατία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία και Σλοβακία), οι τρεις χώρες της Βαλτικής που ανήκαν στη Σοβιετική Ένωση (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία), μία εκ των δημοκρατιών της πρώην Γιουγκοσλαβίας (Σλοβενία) και δύο χώρες της Μεσογείου (Κύπρος και Μάλτα) άρχισαν να χτυπούν την «πόρτα» της ΕΕ. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις για τα νέα υποψήφια κράτη – μέλη άρχισαν το Δεκέμβριο του 1997.
Ωστόσο, η Συνθήκη του Μάαστριχτ δεν μπορούσε να «απαντήσει» στις ανάγκες διεύρυνσης της ΕΕ, αφού μετά το 1989 η βασική στρατηγική της ήταν η μεγαλύτερη δυνατή εξάπλωσή της στο σύνολο του ευρωπαϊκού χώρου (Μαντά -Σακελλαρόπουλος, 2005: 2).
Οι νέες χώρες που δημιουργήθηκαν από την πτώση του υπαρκτού Σοσιαλισμού δημιουργούσαν μια νέα τεράστια οικονομική αγορά και ένα τεράστιο νέο πεδίο άσκησης πολιτικής και επηρεασμού από την Ευρώπη. Όμως, η πραγματοποιηθείσα ένταξη Φινλανδίας, Αυστρίας, Σουηδίας καθώς και, σε σύντομο διάστημα, αυτή των ανατολικών χωρών θα δημιουργούσε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα η οποία είχε ανάγκη από τη θέσπιση μιας δομής που να αντιστοιχεί στις ανάγκες συνύπαρξης 25 ή ακόμα και 30 μελών.
Παράλληλα, υπήρχε μια αρνητική διάθεση ενός σημαντικού τμήματος της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης με ενστάσεις για τον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ και την ανάπτυξη της θεωρίας του «δημοκρατικού ελλείμματος», αφού οι Ευρωπαίοι πολίτες αμφισβητούσαν το δικαίωμα των οργάνων της ΕΕ και των εθνικών κυβερνήσεων να προχωρούν στη λήψη και εφαρμογή αποφάσεων χωρίς την απαραίτητη έγκριση ιδίων.
Την επαναδιαπραγμάτευση της Συνθήκης του Μάαστριχτ επέβαλλε και μια σειρά άλλων παραγόντων όπως η οικονομική στασιμότητα, η άνοδος της ανεργίας, οι συναλλαγματικές κρίσεις της περιόδου ‘92-’93 κλπ. (Μαντά -Σακελλαρόπουλος, 2005: 3).
Οι Ευρωπαίοι ήταν πλέον αντιμέτωποι με την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, ενώ μια σειρά κοινωνικών ζητημάτων όπως η καταπολέμηση της εγκληματικότητας, το πρόβλημα της τρομοκρατίας και οι οικολογικές ανισορροπίες, «πίεζαν» την ΕΕ για κοινά αποδεκτές πολιτικές.
Τις απαντήσεις αυτές ήρθε να δώσει η Συνθήκη του Άμστερνταμ, που υπογράφηκε στις 2 Οκτωβρίου του 1997. Είναι το πρώτο καταστατικό κείμενο που αναγνωρίζει την έννοια των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε. (Λεοντίδου, 2008:17) «Η σπουδαιότερη από τις θεσμικές ρυθμίσεις ολοκλήρωσης του ευρωπαϊκού χώρου και ιεραρχήσεων των συνόρων στην ΕΕ ήταν ο χώρος της ΟΝΕ και η κυκλοφορία του ευρώ», αναφέρει η Λεοντίδου (2008:17).
Το ευρώ άρχισε να χρησιμοποιείται στις οικονομικές συναλλαγές (πλην των μετρητών) το 1999, ενώ χαρτονομίσματα και κέρματα κυκλοφόρησαν τρία χρόνια αργότερα στις 12 χώρες της Ευρωζώνης. Ουσιαστικά, δημιουργήθηκαν δύο «γεωγραφικές» περιοχές ενός της Ε.Ε. με γνώμονα το ενιαίο νόμισμα, οι χώρες μέλη της Ζώνης του Ευρώ, με συγκεκριμένοι δημοσιονομικούς κανόνες που θα πρέπει να πληρούνται προκειμένου μια χώρα να ενταχθεί σε αυτή και οι χώρες μη μέλη της ΟΝΕ.

Στις αυγές του 21ου αιώνα
Η διεύρυνση της ΕΕ σε 25 κράτη μέλη έγινε την 1η Μαΐου 2004 όταν 10 από τις 12 υποψήφιες χώρες προσχώρησαν στην Ένωση. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία ακολούθησαν τον Ιανουάριο του 2007. Σήμερα στην ΕΕ των 27 χωρών, στην Ζώνη του Ευρώ βρίσκονται 15, μετά την προσχώρηση της Σλοβενίας (2007) και των Κύπρου – Μάλτας (2008).
Σαφή πολιτική θέση στο ζήτημα των συνόρων πήρε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι το 1999, θέτοντας ως ενταξιακή προϋπόθεση πως οι υποψήφιες χώρες θα πρέπει να συμμερίζονται τις αξίες και τους στόχους της ΕΕ, όπως αυτοί ορίζονται στις Συνθήκες, ενώ τις παρότρυνε να επιλύσουν τις συνοριακές διαφορές που βρίσκονταν σε εκκρεμότητα.
Σύμφωνα με τους Σακελλαρόπουλο- Κωνσταντινίδη (2005: 4): «Η τελευταία προϋπόθεση τέθηκε δεδομένου ότι με την προσχώρηση τα εξωτερικά σύνορα των νέων μελών μετατρέπονταν σε εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε διαμάχη με γειτονικό προς την ΕΕ κράτος παίρνει τη μορφή διαμάχης με την ίδια την Ε.Ε.»
Με αυτόν τον τρόπο, η ΕΕ προσπαθούσε να αποφύγει οποιονδήποτε μελλοντικό κίνδυνο ανάφλεξης εθνικιστικών προβλημάτων, έχοντας υπόψη της την εμπειρία του γιουγκοσλαβικού ζητήματος και τις κατηγορίες που δέχτηκε ότι δεν μπόρεσε να διαδραματίσει έναν κοινό – αποτρεπτικό του πολέμου-ρόλο.
Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η ύπαρξη της ΕΕ συνεπάγεται απεμπολισμό των εθνικών συνόρων για τις χώρες – μέλη της, με τις τάσεις να τείνουν προς το αντίθετο, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης όπως αυτή που διανύει τα τελευταία χρόνια ο πλανήτης και υπό την μάστιγα της ανεργίας, της οικονομικής μετανάστευσης κλπ.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ξεκινώντας με 6 μέλη τη δεκαετία του 1950 και φθάνοντας τα 27 το 2007, η Ευρωπαϊκή Ένωση απλώνεται στα τέσσερα σημεία της ηπείρου, από τον Ατλαντικό έως τη Μαύρη θάλασσα, επανασυνδέοντας την Δυτική με την πρώην Ανατολική Ευρώπη μετά το τέλος του «Ψυχρού Πολέμου» και της πτώσης του Τείχους το 1989.
Τα «σύνορά» της άνοιξαν πρώτα σε οικονομικό επίπεδο, με την άρση των δασμών για τα πρώτα ιδρυτικά κράτη – μέλη της τότε ΕΟΚ, ακολούθησε η ελεύθερη διακίνηση πολιτών εντός των χωρών της Συνθήκης Σένγκεν και με κάθε διεύρυνση και προσθήκη μιας νέας χώρας, η ακτίνα επιρροής της επεκτεινόταν.
Εντούτοις μόλις το 1999 τέθηκαν επί τάπητος συνοριακά ζητήματα, υιοθετώντας την πολιτική ότι τα εξωτερικά σύνορα κάθε χώρας είναι και σύνορα της ΕΕ, ενώ η δημιουργία της ΟΝΕ «γέννησε» ένα δεύτερο νομισματικό σύνορο εντός του κόλπου της ΕΕ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Χριστοδουλίδης Θ, 2010, Από την Ευρωπαϊκή Ιδέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Η ιστορική διάσταση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος 1923-2004, Αθήνα, Ι. Σιδέρης

Λ. Λεοντίδου, 2008 στο Λ. Λεοντίδου, Σ. Σακελλαρόπουλος, Σ. Κωνσταντίδης, Χ. Φραγκονικολόπουλος, Ν. Μαραβέγιας,Η. Κουρλιούρος, Χ. Τσαρδανίδης, 2008, Η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά το 2000, Εγχειρίδιο Μελέτης, Πάτρα, ΕΑΠ

Λάβδας Κ, 2002, Ευρωπαϊκά Ιδεολογικά Ρεύματα κατά το β΄ μισό του 20ου Αιώνα και τη Μετα-Σοβιετική Περίοδο – Δημιουργία και Εξέλιξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Εγχειρίδιο Μελέτης τ.Β., Πάτρα, ΕΑΠ

Μαντά Δ -Σακελλαρόπουλος Σ., 2005, Η θεσμική διαίρεση μέχρι το 1989, Εναλλακτικό Διδακτικό Υλικό,Πάτρα, ΕΑΠ

Μαντά Δ-Σακελλαρόπουλος Σ., 2005, Φάσεις της ενοποιητικής Διαδικασίας, Εναλλακτικό Διδακτικό Υλικό,Πάτρα, ΕΑΠ

Μαντά Δ - Σακελλαρόπουλος Σ -Κωνσταντινίδης Σ., 2005, Η πρόσφατη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εναλλακτικό Διδακτικό Υλικό, Πάτρα, ΕΑΠ

Λεοντίδου Λ., 2005, άρθρο The boundaries of Europe, ΕΔΥ, Πάτρα, ΕΑΠ

Λεοντίδου Λ., 2005, Σύνορα και παραμεθόριες περιοχές στη νέα χιλιετία, ΕΔΥ, Πάτρα, ΕΑΠ


ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
Η ΕΕ με μια ματιά – Η Ευρώπη σε 12 μαθήματα http://europa.eu/abc/12lessons/lesson_2/index_el.htm