Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

ΕΠΟ 31-ΕΡΓΑΣΙΑ 2η- ΑΚΑΔ. ΕΤΟΣ 2006-2007

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΡΟΔΟΠΗ ΧΑΪΚΟΥ (ΑΜΦ 28236)

Θ.Ε.: ΕΠΟ 31

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 2Η

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2007

ΘΕΜΑ: «Ένα από τα χαρακτηριστικά της Επιστημονικής Επανάστασης είναι η μετάβαση από τον «κλειστό κόσμο στο άπειρο σύμπαν (Koyré)». Παρακολουθήστε τα βήματα αυτής της πορείας από τον Κοπέρνικο έως και τον Νεύτωνα».

ΣΥΝΟΛΟ ΛΕΞΕΩΝ: 2.500

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Εισαγωγή 2

2. Ο «κλειστός» κόσμος πριν την Επιστημονική Επανάσταση 3

3. Η Νέα κοσμολογία του 16ου αιώνα- Κοπέρνικος, Βράχιος, Κέπλερ 4-5

4. Οι διανοητικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις για την έκρηξή της Επιστημονικής Επανάστασης τον 17ο αιώνα 6-7

5. Η επίθεση στην αριστοτέλεια φιλοσοφία τον 17ο αιώνα- Γαλιλαίος 8

6. Νεύτωνας 9

7. Επίλογος 10

Βιβλιογραφία 11


1. Εισαγωγή

Με την παρούσα εργασία έχουμε σκοπό να παρακολουθήσουμε τη μετάβαση από την «επιστήμη» του Μεσαίωνα στο «άπειρο σύμπαν» του 17ου αιώνα και την Επιστημονική Επανάσταση που συντελέστηκε. Όπως ισχυρίστηκε ο διακεκριμένος Γάλλος ιστορικός των ιδεών Alexandre Koyré (1892-1964) «ένα από τα χαρακτηριστικά της Επιστημονικής Επανάστασης είναι η μετάβαση από τον «κλειστό κόσμο στο “άπειρο σύμπαν”». Με αυτό το γνώμονα, θα εξετάσουμε πώς η εισαγωγή του ηλιοκεντρικού συστήματος από τον Κοπέρνικο και τους μεταγενέστερούς του ανέτρεψε από τα θεμέλια τη θρησκευτική ερμηνεία των φυσικών φαινομένων, αλλά και την πεποίθηση για την εξέχουσα θέση της Γης στο σύμπαν. Με αυτή την ανακάλυψη ξεκινάει η Επιστημονική Επανάσταση που οδήγησε στην επιστημονική αναζήτηση της αλήθειας από τις μεταφυσικές επιρροές και τις φιλοσοφικές εικασίες.

Αυτός ο προβληματισμός και τα πορίσματα που προέκυψαν από τη μελέτη του ήταν το έναυσμα για τη δημιουργία των θεμελίων της σημερινής επιστήμης και για τη μεθοδική αναζήτηση των αιτίων για τα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα.


2. Ο «κλειστός κόσμος» πριν την Επιστημονική Επανάσταση

Ας δούμε πώς ήταν ο «κλειστός κόσμος», όπως τον χαρακτηρίζει ο Koyré, και η επιστήμη την περίοδο του Μεσαίωνα. Η μεσαιωνική «επιστήμη» ήταν η προσπάθεια να ερμηνευθεί η φύση από τη σκοπιά των «αληθειών» που περιείχε η Βίβλος. Η γεωκεντρική αντίληψη για το σύμπαν θεωρείτο δεδομένη, με την εκκλησία ως φανατική υπέρμαχό της, καθώς συμφωνούσε με τις περιγραφές του κόσμου στα ιερά κείμενα (περιγραφή δημιουργίας του κόσμου στη Γένεση, στον Ιησού του Ναυή ο Θεός διατάζει τον ήλιο να σταθεί πάνω από τα τείχη της Ιεριχούς κλπ.)[1]. Το γεωκεντρικό μοντέλο των ουρανών του Πτολεμαίου ήταν το χαρακτηριστικότερο προϊόν της ελληνικής μεθόδου του «σώζειν τα φαινόμενα», δηλ. της προσπάθειας να δοθεί λογική- μαθηματική μορφή στα δεδομένα της άμεσης καθημερινής εμπειρίας.

Η αριστοτελική άποψη περί ακινησίας της Γης κυριάρχησε στο Μεσαίωνα, αλλά οι σχολαστικοί γρήγορα κατανόησαν ότι το «κέντρο του κόσμου» είναι έννοια ασαφής[2]. Ήδη από το τέλος του Μεσαίωνα ακούγονταν φωνές, όπως του Ορέμ, που υποστήριζαν ότι είτε η Γη κινείται γύρω από τον ήλιο είτε το αντίστροφο, τα φαινόμενα θα ήταν ακριβώς ίδια. Αποτέλεσμα ήταν ο συμβιβασμός της εκκλησίας με τους στοχαστές, που εκφράστηκε με το δόγμα της «διπλής αλήθειας», σύμφωνα με το οποίο «η αλήθεια της πίστης και η αλήθεια του λόγου μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορετικά συμπεράσματα σχετικά με τη δομή των φυσικών πραγμάτων... Η ανθρώπινη διάνοια μπορεί να πειραματίζεται, όμως, τα ευρήματά της δεν ανατρέπουν την εξ αποκαλύψεως Θεού γνώση»[3].


3. Η Νέα κοσμολογία του 16ου αιώνα-Κοπέρνικος, Βράχιος, Κέπλερ

Μέχρι τον 15ο αιώνα είχαν παρατηρηθεί σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των προβλέψεων του πτολεμαϊκού μοντέλου και των παρατηρούμενων φαινομένων. Η πιο σημαντική δυσκολία ήταν η αναξιοπιστία του Ιουλιανού ημερολογίου, με αποτέλεσμα το 1582 να εγκαταλειφθεί υπέρ του Γρηγοριανού ημερολογίου που ισχύει μέχρι σήμερα.

Το σημαδιακό γεγονός της νεότερης αστρονομίας ήταν η δημοσίευση το 1543 του έργου Περί των περιφορών των ουράνιων σωμάτων του Νικόλαου Κοπέρνικου, στο οποίο αναθεώρησε τα μαθηματικά πρότυπα του Πτολεμαίου, απαλείφοντας τα ισοδύναμα σημεία και παίρνοντας ως κατα προσέγγιση κέντρο των κινήσεων των πλανητών τον ήλιο[4]. Πίστευε ότι ο ηλιοκεντρισμός αντιπροσωπεύει την πραγματική δομή του σύμπαντος και δεν είναι απλώς μαθηματικό σχήμα. Ο Κοπέρνικος διακήρυττε ότι:

- οι «ουράνιες σφαίρες» δεν ανάγονται όλες σε ένα κοινό κέντρο

- το κέντρο της Γης δεν ταυτίζεται με το κέντρο του σύμπαντος. Το «στερέωμα» επεκτείνεται πέρα από την απόσταση ανάμεσα στη Γη και τον ήλιο και είναι ακίνητο, ενώ εκείνη που κινείται είναι η Γη

- η κίνηση του ήλιου είναι μια ψευδαίσθηση που προέρχεται από την κίνηση του δικού μας πλανήτη[5].

Ο Πολωνός αστρονόμος θα βγάλει τον άνθρωπο από το κέντρο του σύμπαντος, υποχρεώνοντάς τον να σωθεί μόνος του (χωρίς τη βοήθεια του Θεού), μέσω του διανοητικού και πρακτικού αυτοκαθορισμού του. Ο ίδιος θα τονίσει ότι τα επιστημονικά επιτεύγματα δεν συνιστούν παραχώρηση στην αθεΐα, καθώς δεν αντιτίθενται στην παρουσία και την ισχύ του Θεού στο σύμπαν, η καινούργια κοσμολογία αποκαλύπτει τους αληθινούς νόμους μέσω των οποίων ο Θεός διατάσσει και διοικεί τη φυσική τάξη, οι δε ιερές Γραφές είναι πνευματικά κείμενα και όχι εγκυκλοπαίδεια φυσικών γνώσεων που πρέπει να αναγνωσθεί κατά κυριολεξία[6].

Αν και το γεγονός ότι αφιερώνει το έργο του στον Πάπα Παύλο Γ΄ και θεωρεί τις τροχιές των πλανητών γύρω από τον ήλιο κυκλικές, η Αντι-μεταρρύθμιση και η δογματική συσπείρωση έπρεπε να κολάσει την ιδεολογική πρόκληση που έφερνε ο Κοπέρνικος. Εκείνος ήταν νεκρός όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του, όμως ο πρόλογος στο έργο του από τον διαμαρτυρόμενο θεολόγο Οσσιάντερ που επιβεβαίωσε την παράδοση του «σώζειν τα φαινόμενα» και τα άτεχνα λατινικά του αστρονόμου αποτέλεσαν τροχοπέδη στη μετάδοση του επαναστατικού μηνύματος. Η δε ένταξή του στον περίφημο κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων (Index) του Βατικανού έγινε 50 χρόνια μετά την έκδοσή του.

Στην ενίσχυση της ηλιοκεντρικής θεωρίας συνέβαλε ο Δανός αστρονόμος Τύχωνας Βράχιος. Ο Βράχιος διαπίστωσε το 1572 ότι ο ουρανός αρχίζει να "μεταβάλλεται" με την παρατήρηση μιας σουπερνόβα στον αστερισμό της Κασσιόπης. Αποδείχτηκε έτσι ότι το διάστημα πέρα από τον ήλιο υπόκειται και αυτό σε εκρηκτικές μεταβολές, όπως εκείνες που συμβαίνουν στη Γη, και δεν είναι μια περιοχή αΐδιας και αιώνιας κίνησης, όπως ισχυριζόταν η αριστοτελική κοσμολογία[7].

Ο Βράχιος πρέσβευε ότι οι πλανήτες περιφέρονται γύρω από τον ήλιο και όλο το σύστημα γύρω από τη Γη, ενώ οι αστρονομικοί του πίνακες αποτέλεσαν πολύτιμη πηγή για την τελική θεμελίωση του ηλιοκεντρικού συστήματος.

Ο συνεργάτης του Βράχιου, Γερμανός αστρονόμος Ιωάννης Κέπλερ, διόρθωσε και επέκτεινε την κοπερνική θεωρία. Χρησιμοποιώντας τις μαθηματικές σχέσεις, ο Κέπλερ ήταν πλέον σε θέση να προβλέπει επακριβώς τη θέση ενός πλανήτη ανά πάσα στιγμή, βάζοντας τέλος στις αμφιβολίες ως προς την φυσική πραγματικότητα της ηλιοκεντρικής θεωρίας[8].


4. Οι διανοητικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις για την έκρηξη της Επιστημονικής Επανάστασης τον 17ο αιώνα

Η νέα επιστήμη θεμελιώνεται τον 17ο αιώνα και για την εδραίωση της επέδρασαν καθοριστικά ο αναγεννησιακός νεοπλατωνισμός και η αισθητική εμπειρία και μηχανιστική ερμηνεία της φύσης.

Ο αναγεννησιακός νεοπλατωνισμός συνέβαλε στην κατανόηση της φύσης ως ένα λογικά οργανωμένο σύστημα, μια πυθαγόρεια κατανόηση, με τον αριθμό να αποτελεί το κλειδί για τη διατύπωση των νόμων που διέπουν το σύμπαν[9].

Ο Κέπλερ είχε πυθαγόρειο προσανατολισμό και πίστευε ότι οι διαφορές ανάμεσα στην παρατήρηση και τη θεωρία έπρεπε να είναι η εκδήλωση μαθηματικών αρμονιών, που έμελλαν ακόμη να ανακαλυφθούν. Έτσι, επέμεινε στην αναζήτηση των μαθηματικών κανονικοτήτων στο ηλιακό σύστημα και διατύπωσε τους τρεις νόμους του για την κίνηση των πλανητών: πρώτον, η τροχιά κάθε πλανήτη είναι έλλειψη με τον ήλιο στη μία του εστία, δεύτερον, η ακτίνα του ανύσματος από τον ήλιο προς τον πλανήτη διαγράφει ίσα εμβαδά σε ίσους χρόνους και, τρίτον, ο λόγος των τετραγώνων των περιόδων δύο πλανητών ισούται με τον λόγο των κύβων των μέσων αποστάσεων τους από τον ήλιο[10]. Μάλιστα, με τις μαθηματικές σχέσεις των νόμων του απέδειξε την ακριβή χρονολογία γέννησης του Ιησού, που συνέβη 4 χρόνια νωρίτερα απ΄ ότι ισχυρίζεται το χριστιανικό ημερολόγιο -κάτι που είναι και σήμερα αποδεκτό.

Η ανακάλυψη του τρίτου νόμου του, αποτέλεσμα μεγάλου αριθμού δοκιμών από πιθανές αλγεβρικές σχέσεις είναι μια εκπληκτική εφαρμογή πυθαγόρειων αρχών: ήταν πεπεισμένος ότι υπάρχει μια μαθηματική σχέση ανάμεσα στις αποστάσεις των πλανητών και τις επιτρόχιες ταχύτητες τους[11].

Ο Γαλιλαίος πίστευε ότι «το βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών» και ότι όποιος δεν την κατέχει δεν είναι σε θέση να το διαβάσει και να το κατανοήσει.

Η νεότερη επιστήμη χαρακτηρίζεται και από την στροφή που κάνει προς την συστηματική ενασχόληση με την εμπειρία. Η επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη κατανοεί πλέον τη φυσική αιτιότητα διαφορετικά (απόρριψη της αριστοτελικής τελεολογίας), με τη φύση να λειτουργεί ως μηχανικό σύστημα. Η επιστήμη της νεωτερικότητας αποβάλλει όλες τις δεοντικές παραδοχές από τη μελέτη της φύσης και ασχολείται αποκλειστικά και μόνο με την εμπειρική κατασκευή των πραγμάτων[12].

Η μηχανιστική ερμηνεία της φυσικής διαδικασίας είναι η καρδιά της νέας επιστήμης. Η αριστοτελική επιστημολογία και η τελολογική ερμηνεία του φυσικού από την άποψη του σκοπού υπήρξε καθ’ όλο τον ύστερο Μεσαίωνα το υποχρεωτικό πλαίσιο της επιστημονικής σκέψης. Το ζήτημα της εμπειρίας και της σχέσης των «καθολικών εννοιών» προς εκείνη είναι θεμελιώδες στον αριστοτελισμό. Οι σκέψεις στο ζήτημα αυτό σημαδεύτηκαν από το φιλοσοφικό κίνημα του νομιναλισμού (φιλοσοφική θεωρία που υποστηρίζει ότι οι γενικές έννοιες είναι απλά λεκτικά σύμβολα, χωρίς πραγματική υπόσταση) τον 14ο αιώνα[13].

Καθοριστικός στάθηκε ο κανόνας του Άγγλου στοχαστή Ουίλλιαμ Όκκαμ, γνωστού ως «Το ξυράφι του Όκκαμ», σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να προτιμάται η πλέον απλή και ευθεία εξήγηση ενός φαινομένου. Ο Όκκαμ καταλήγει ότι οι καθολικές έννοιες δεν έχουν πραγματική υπόσταση, είναι απλώς «φωνές». Ουσία (φυσική υπόσταση) έχουν μόνο τα μοναδικά και αυθύπαρκτα άτομα.

Η αναπαραγωγή του κανόνα αυτού έγινε από το Γαλιλαίο, με την εξής μορφή: «Είναι μάταιο να αποδίδει κανείς την ύπαρξη κάποιου πράγματος σε περισσότερα αίτια, αν είναι δυνατό να εξηγηθεί με αναφορά σε λιγότερα»[14].

Οι ιδέες του Όκκαμ ενσωματώθηκαν και στη θεωρία της αιτιότητας του Χιουμ, τον 18ο αιώνα.

Η Επιστημονική Επανάσταση αφορά μια δραστική «αλλαγή παραδείγματος», για τροπή προς καθαρά μηχανιστικές ερμηνείες της φύσης. Η τάση αυτή είχε ήδη προετοιμαστεί κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, μέσα από την κριτική της αριστοτελικής θεωρίας για την κίνηση (πρέσβευε ότι η κίνηση και όχι η αδράνεια είναι η φυσική κίνηση των σωμάτων), η οποία θα βρεθεί σε αδιέξοδο στα τέλη του 16ου αιώνα, καθώς θα διαψευσθεί (π.χ. περιστροφική κίνηση σωμάτων, θεωρία της ορμής, κλπ.).

Η συμβολή του Πανεπιστημίου της Πάδοβας υπήρξε καθοριστική στο νέο διανοητικό κλίμα του 17ου αιώνα, με έμφαση στον καθορισμό της ορθής επιστημονικής μεθόδου, δηλαδή στην «ευρετική διαδικασία». Οι δύο πτυχές της «ευρετικής διαδικασίας» ήταν η ανάλυση (η ανάβαση από το αποτέλεσμα στην αιτία) και η σύνθεση (η κάθοδος από την αιτία στο αποτέλεσμα).

Η προσήλωση της ευρετικής της Πάδοβας στον μαθηματικό τύπο της ανάλυσης, την κράτησε μακριά από την πειραματική διαδικασία[15].
5. Η επίθεση στην αριστοτέλεια φιλοσοφία τον 17ο αιώνα- Γαλιλαίος

Οι φυσικοί φιλόσοφοι του 17ου αιώνα αποδεσμεύτηκαν από τον Αριστοτέλη, χρησιμοποιώντας τα πειράματα ως τεχνική επιβεβαίωσης, τα μαθηματικά ως εργαλείο μέτρησης κλπ.

Ενδεικτικά, ενώ ο κόσμος της αριστοτελικής φιλοσοφίας του Μεσαίωνα ήταν οργανωμένος και σκόπιμος, η νέα μεταφυσική τον μετέτρεπε σε μηχανικό κόσμο άψυχης ύλης, αδιάκοπης τοπικής κίνησης και τυχαίων συγκρούσεων[16].

Με τη χρήση του τηλεσκοπίου, επινόηση του Ολλανδού οπτομέτρη Χανς Λίπερσχυ το 1608, ο Γαλιλαίος παρατήρησε τέσσερις από τους δορυφόρους του Δία, τις φάσεις της Αφροδίτης, τους κρατήρες και τα όρη της Σελήνης και ότι ο Γαλαξίας είναι μια γιγάντια συνάθροιση απλανών αστέρων. Τα δεδομένα αυτά κατέδειξαν ότι η υποσελήνια και υπερσελήνια περιοχή του ουρανού αποτελούν ενιαίο φυσικό χώρο, καταρρίπτοντας μια θεμελιώδη παραδοχή της αριστοτελικής φυσικής[17]. Με την έκδοση το 1632 του Διαλόγου σχετικά με τα δύο μεγάλα κοσμολογικά συστήματα, που αποτελεί μια έκθεση των γεωκεντρικών και ηλιοκεντρικών επιχειρημάτων, θα επιτεθεί κατά του πτολεμαϊκού συστήματος.

Η μεγάλη καινοτομία του Γαλιλαίου έγκειται στο ότι προχώρησε την «ευρετική διαδικασία» της Πάδοβας πέρα από τη λογική της και στην εμπειρική της διάσταση. Στο έργο του Il saggiatore (1623) δίδεται για πρώτη φορά ο ακριβής ορισμός της επιστημονικής μεθόδου ως συνδυασμού πειραμάτων και μαθηματικώς θεμελιωμένων συνεπαγωγών για τη λύση προβλημάτων της φυσικής, ιδιαίτερα αυτού της κίνησης[18].

Ένα από τα αξιώματα της αριστοτελικής φυσικής ήταν ότι η ταχύτητα της ελεύθερης πτώσης των σωμάτων είναι συνάρτηση τους βάρους τους, δηλ. τα βαρύτερα σώματα πέφτουν ταχύτερα από τα ελαφρά. Ο Γαλιλαίος αμφισβήτησε αυτήν την αρχή και για να το αποδείξει, οργάνωσε την πρώτη συστηματική σειρά πειραμάτων στην ιστορία της φυσικής. Το αποτέλεσμα των παρατηρήσεών του, η «αρχή της ομοιόμορφης επιτάχυνσης» (d=t²) διέψευσε οριστικά την αριστοτελική θεωρία. Η ανακάλυψη αυτή συνδυάστηκε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του με εκείνη της αρχής της αδράνειας, που αποτελεί το θεμέλιο της σύγχρονης μηχανικής[19].

Περιορίζοντας το αντικείμενο της φυσικής στις πρώτες ποιότητες και τις σχέσεις τους, ο Γαλιλαίος απέκλεισε τις τελολογικές ερμηνείες από το φάσμα των επιτρεπτών διαπραγματεύσεων στη φυσική. Υποστήριζε ιδιαίτερα ότι οι ερμηνείες του Αριστοτέλη, που γίνονταν με τη βοήθεια «φυσικών κινήσεων» προς «φυσικές θέσεις», δεν αξίζει να χαρακτηριστούν ως επιστημονικές ερμηνείες[20].

Η μετάβαση στον νέο κόσμο δεν έγινε χωρίς αντιδράσεις. Χαρακτηριστική είναι η σύγκρουση του Γαλιλαίου με την Ιερά Εξέταση το 1633 και ο θρύλος ότι εξερχόμενος του δικαστηρίου ψιθύρισε «και όμως κινείται»[21].

Η περίπτωση του Γαλιλαίου είναι κρίσιμο ιστορικό ορόσημο, καθώς σημαδεύει την χειραφέτηση της πειραματικής επιστήμης από τη θεολογική αυθεντία και τη συγκρότησή της σε αυτόνομη κοινωνική δραστηριότητα.

Στη θεμελίωση της νέας φυσικής ο Γαλιλαίος υπέπεσε και σε σφάλματα, όπως αυτό της εξήγησης του φαινομένου της παλίρροιας και της άμπωτης, που θα πρέπει να περιμένει για την εξήγησή του τον Νεύτωνα και τη δύναμη της βαρύτητας[22].


6. Νεύτων

Η ενοποιημένη θεωρία για την γενική δομή του σύμπαντος με την ενσωμάτωση των ανακαλύψεων του Κοπέρνικου, του Κέπλερ και του Γαλιλαίου είναι η κεφαλαιώδους σημασίας συνεισφορά του Ισαάκ Νεύτωνα. «Διαμόρφωσε την αυτοσυνειδησία της νεωτερικότητας, με τρόπο που να δικαιολογεί την εκτίμηση ότι ο πολιτισμός του 18ου και 19ου αιώνα κινήθηκε στον αστερισμό των ιδεών του»[23].

Ο Νεύτωνας διατύπωσε τη μηχανική του κοσμοθεωρία το 1687 με το έργο του Μαθηματικές αρχές της φυσικής φιλοσοφίας. Η κοσμολογία του συνοψίστηκε σε τρία αξιώματα ή νόμους της κίνησης (νόμος της αδράνειας, κάθε αλλαγή στην κίνηση ενός σώματος είναι ανάλογη με το μέγεθος της δύναμης που την προκάλεσε, σε κάθε δράση αντιτίθεται μια ίσου μεγέθους αντίδραση). Ο νόμος της βαρύτητας και η «μαγική» δύναμη της που δρα εξ αποστάσεως, θα προκαλέσει επιστημονικές αντιδράσεις και μια τάση προτίμησης (ως επίδραση των αριστοτελικών υπολειμμάτων) στην καρτεσιανή μηχανική, η οποία παραδέχεται το «ποιητικό αίτιο»[24].

Η νευτώνεια σύνθεση (γήινης και ουράνιας μηχανικής), θα καθιερώσει τη μηχανιστική ερμηνεία των φυσικών φαινομένων, εκφραζόμενη μαθηματικά και επαληθευόμενη πειραματικά.

Μια πρώτη εφαρμογή της ουράνιας μηχανικής του Νεύτωνα είναι η ανακάλυψη από τον αστρονόμο Χάλεϋ ότι μια σειρά από κομήτες, η παρουσία των οποίων είχε κατά καιρούς καταγραφεί, ήταν στην πραγματικότητα η παρουσία ενός κομήτη κάθε 72 χρόνια, σύμφωνα με την περιοδικότητα που υπολογίζεται ακριβώς σύμφωνα με τη νέα κοσμολογία. Αυτή η δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις δικαιώνει στο εξής τη φυσική επιστήμη ως αποκλειστικό κάτοχο και διαχειριστή της αλήθειας για τον κόσμο και την αναδεικνύει στο κατεξοχήν εργαλείο για τον έλεγχο των φυσικών φαινομένων[25].

Η επιστήμη μετά τον Νεύτωνα αναδεικνύεται ως η παραδειγματική ανθρώπινη δραστηριότητα και αποκτά σημαντικό κύρος: «Hypotheseis non fingo» είχε δηλώσει ο επιστήμονας και τον 18ο αιώνα επιχειρήθηκε εκλαϊκισμός αυτής της φράσης. Ο Νεύτωνας εννοούσε μακριά από μεταφυσικές υποθέσεις που «δεν έχουν θέση στην πειραματική φιλοσοφία». Για το σκοπό αυτό καταγράφει 4 κανόνες φιλοσοφικού λογισμού. Οι νευτώνειες υποθέσεις έχουν την έννοια που δίνει και η σύγχρονη επιστήμη[26]. Ο Νεύτωνας προτείνει μια γνωσιοθεωρία που δεν ισχύει μόνο για τη φυσική επιστήμη, αλλά για όλες τις σφαίρες της ζωής και αυτό δίνει στο έργο του μια γενικότερη πολιτιστική σημασία[27].


7. Επίλογος

Η κατάρρευση του μεσαιωνικού συστήματος εξουσίας και της ιδεολογίας του είχε σαν αποτέλεσμα τη χειραφέτηση του αδέσμευτου κριτικού στοχασμού και την ανάδειξη της νέας ηλιοκεντρικής κοσμολογίας έναντι του γεωκεντρισμού, όπως παρουσιάστηκαν από τον Κοπέρνικο, τον Βράχιο και τον Κέπλερ.

Οι επιστήμονες του 17ου αιώνα, όπως ο Γαλιλαίος και ο Νεύτωνας, απέρριψαν βασικά στοιχεία της αριστοτελικής μεταφυσικής (διάκριση μορφής και ύλης, έννοια της ουσίας, διάκριση ενέργειας και δύναμης κλπ.) και χρησιμοποιώντας πειράματα (την εμπειρία) και διατυπώνοντας τις μηχανιστικές ερμηνείες της φύσης θεμελιώσαν την Επιστημονική Επανάσταση. Αυτές οι εξελίξεις κατέστρεψαν τα θεμέλια της φυσικής φιλοσοφίας που χαρακτήριζε τις δύο προηγούμενες χιλιετίες.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ασημακόπουλος Μ., Τσιαντούλας Α. (2001), Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη (Τόμος Α), Πάτρα: ΕΑΠ.

Βαλλιάνος Π. (2001), Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη (Τόμος Β), Πάτρα: ΕΑΠ

Lindberg D. (1997 [1992]), Οι Απαρχές της Δυτικής Επιστήμης (μτφρ. Η. Μαρκολέφας), Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ.

Grant E. (1994 [1977]), Οι Φυσικές Επιστήμες τον Μεσαίωνα (μτφρ. Ζ. Σαρίκας), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.



[1]Βαλλιάνος Π., Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη (Τόμος Β), ΕΑΠ, Πάτρα, 2001, σελ. 19-20.

[2] Ασημακόπουλος Μ., Τσιαντούλας Α., Οι Επιστήμες της Φύσης και του Ανθρώπου στην Ευρώπη (Τόμος Α), ΕΑΠ, Πάτρα, 2001, σελ. 194

[3] Βαλλιάνος Π., ό.π., σελ. 25-26, 35

[4] Grant E., Οι Φυσικές Επιστήμες τον Μεσαίωνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2004, σελ. 69

[5] Βαλλιάνος Π, ό.π., σελ. 27

[6] Στο ίδιο, σελ. 29

[7] Στο ίδιο, σελ. 29

[8] Βαλλιάνος Π., ό.π., σελ. 30

[9] Βαλλιάνος Π., ό.π., σελ. 39

[10] Grant E., ό.π., σελ. 74-75

[11] Στο ίδιο, σελ. 75

[12] Βαλλιάνος Π., στο ίδιο., σελ. 41-42

[13] Στο ίδιο, σελ. 43-44

[14] Βαλλιάνος Π., ό.π., σελ. 44

[15] Στο ίδιο, σελ. 46- 47

[16] Lindberg D., Οι Απαρχές της Δυτικής Επιστήμης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, Αθήνα, 1997 (1992), σελ. 514.

[17] Βαλλιάνος Π., ό.π., σελ. 31

[18] Στο ίδιο, σελ. 40

[19] Στο ίδιο, σελ. 48- 49

[20] Grant E., ό.π., σελ. 81-82

[21] Βαλλιάνος Π., ό.π., σελ. 32

[22] Grant E., ό.π., σελ. 88-89

[23] Βαλλιάνος Π., ό.π., σελ. 54

[24] Στο ίδιο, σελ. 56-57

[25] Στο ίδιο, σελ. 57

[26] Στο ίδιο, σελ. 58- 59

[27] Στο ίδιο, σελ.65

Δεν υπάρχουν σχόλια: