Κυριακή, 10 Αυγούστου 2008

ΕΠΟ 11- ΕΡΓΑΣΙΑ 2Η- ΑΚΑΔ. ΕΤΟΣ 2007-2008

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΡΟΔΟΠΗ ΧΑΪΚΟΥ (ΑΜΦ 28236)

Θ.Ε.: ΕΠΟ 11

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ 2Η

ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2008

ΘΕΜΑ: «Πώς καθορίστηκε η φυσιογνωμία του ευρωπαίου εμπόρου κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο. Ποια τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του και πώς διαμορφώθηκε ο χώρος των δραστηριοτήτων του».

ΣΥΝΟΛΟ ΛΕΞΕΩΝ: 1.500

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. Εισαγωγή 2

2. Παράγοντες που καθόρισαν τη φυσιογνωμία του ευρωπαίου εμπόρου

3

3. Κοινωνικά χαρακτηριστικά 4-5

4. Δραστηριότητες 6-7

5. Επίλογος 8

Βιβλιογραφία 9


1. Εισαγωγή

Με την παρούσα εργασία έχουμε σκοπό να διαπιστώσουμε πώς καθορίστηκε η φυσιογνωμία του ευρωπαίου εμπόρου κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο (15ος – 18ος αιώνας). Ήδη από τον 12ο αιώνα η εμπορική δραστηριότητα αναπτύσσεται στην Ευρώπη και συνδέεται με το αστικό φαινόμενο. Στη διάρκεια του 14ου και 15ου αιώνα το εμπόριο αναδεικνύεται σταδιακά στην «ατμομηχανή» της ευρωπαϊκής οικονομίας, αν και μέχρι τα τέλη της εξεταζόμενης περιόδου η Ευρώπη παρέμενε μια αγροτική, προβιομηχανική κοινωνία.

Παράλληλα, θα εξετάσουμε τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των εμπόρων της εποχής, οι οποίοι συγκεντρώνουν στα χέρια τους σημαντικό πλούτο, διεκδικούν και αποκτούν αξιώματα, ενώ από τον 17ο αιώνα και μετά αναπροσαρμόζουν το πεδίο δραστηριότητάς τους, υιοθετώντας φεουδαρχικά πρότυπα ζωής και συμπεριφοράς.


2. Παράγοντες που καθόρισαν τη φυσιογνωμία του ευρωπαίου εμπόρου

Στην παρατεταμένη περίοδο κρίσης που βίωσαν οι αγροτικές και αστικές κοινωνίες της Ευρώπης στη διάρκεια του 14ου-15ου αιώνα, λόγω του «Μαύρου Θανάτου» και των κοινωνικο-οικονομικών συνεπειών του, η εντατικοποίηση των εμπορικών συναλλαγών στήριξε την ευρωπαϊκή οικονομία και συνέβαλε στη διαδικασία συγκρότησης αστικών δικτύων.

Η ανάπτυξη των «χανσών» το 14ο αιώνα, εμπορικών ενώσεων για την διασφάλιση της ασφάλειας στη διακίνηση των αγαθών και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εμπόρων, είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της δύναμης που συγκέντρωναν σταδιακά στα χέρια τους οι έμποροι[1]. Η εδραίωση εμπορικών δικτύων λειτούργησε τονωτικά για τον αναδυόμενο αστικό χώρο.

Την περίοδο 1580-1650 η οικονομική και κοινωνική κρίση, με την φτώχεια και τις λαϊκές εξεγέρσεις, αν και δεν εκδηλώθηκε με τον ίδιο τρόπο και τον ίδιο βαθμό σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες, έχει σημαντικές επιπτώσεις σε εμπορικό επίπεδο. Η διακοπή του θαλάσσιου εμπορίου το 16ο αιώνα για να αντιμετωπιστούν οι λιμοί και η πανώλη επέδρασε στις οικονομίες της εποχής με κύριο χαρακτηριστικό τη μετατόπιση του κέντρου των εμπορικών συναλλαγών της Ευρώπης από την λεκάνη της Μεσογείου στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας και του Ατλαντικού.

Η μείωση των εισαγωγών ασημιού, οι επιδημίες, η σιτοδεία και η βιοτεχνική υπανάπτυξη συμπαρασύρουν στην παρακμή το εμπορικό κέντρο της Ευρώπης το 1580, την Αμβέρσα[2]. Στο τέλος του «εμπορικού καπιταλισμού» (16ος - 17ος αιώνας) τροποποιούνται οι παραδοσιακές εμπορικοί οδοί, παρακμάζουν σημαντικά οικονομικά κέντρα όπως οι Βενετία, Γένοβα, Φλωρεντία, Νυρεμβέργη κ.α. και την θέση τους λαμβάνουν εμπορικά κέντρα της Βόρειας Ευρώπης, όπως το Άμστερνταμ και το Λονδίνο. Παράλληλα, το εμπόριο επηρεάσθηκε και από τις συνεχείς συγκρούσεις των χωρών μεταξύ τους που όταν δεν βρίσκονταν αντιμέτωπες στα πεδία των μαχών, συγκρούονταν στο εμπόριο με αλληλοαποκλεισμούς, εμπορικές συμμαχίες, δασμολογήσεις, απαγορεύσεις εισαγωγών και εξαγωγών (μερκαντιλισμός)[3].

Παρά τις δυσχέρειες αυτές, οι πολλοί πλωτοί ποταμοί της Ευρώπης παρέμεναν ένα σημαντικό δίκτυο εμπορικών συναλλαγών, ενώ οι βελτιώσεις στην ναυπήγηση πλοίων έριξαν στη Μεσόγειο πιο μεγάλα και ευκίνητα καράβια.

Τον 17ο αιώνα οι πλούσιοι έμποροι θα ενταχθούν στην «αριστοκρατία» της αστικής τάξης και θα ενισχύσουν την οικονομική τους επιφάνεια μέσω των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων, της αγοράς κρατικών αξιωμάτων κλπ.

Ο έμπορος αστός της εποχής ήταν ένας διεθνής έμπορος, ο οποίος συναλλασσόταν με συναδέλφους του και πιστωτές άλλων χωρών, χειριζόταν τεράστια κεφάλαια και εμπλεκόταν σε συναλλαγές που μπορούσαν να φτάσουν ως τα όρια του τότε γνωστού κόσμου[4].

Τον 18ο αιώνα, οπότε και εδραιώθηκε ο καπιταλισμός, η συστηματικότερη εκμετάλλευση των εμπορικών καναλιών επικοινωνίας και η διάνοιξη νέων δρόμων επέτρεψαν το άνοιγμα της ευρωπαϊκής παραγωγής σε μια ολοένα διευρυνόμενη παγκόσμια αγορά.


3. Κοινωνικά χαρακτηριστικά

Η εδραίωση των εμπορικών δικτύων τον 14ο και 15ο αιώνα λειτούργησε τονωτικά για τον αναδυόμενο αστικό χώρο, ο οποίος ωστόσο δεν ξεπερνούσε το 15%-20% του συνόλου των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Για τους περισσότερους Ευρωπαίους αποκλειστικός χώρος κοινωνικοποίησης του ατόμου ήταν η μικρο-κοινωνία του χωριού ή της αστικής συνοικίας.

Όσο η οικονομική ισχύς των εμπόρων αυξάνεται, τόσο ενισχύεται η επιρροή τους στους φορείς εξουσίας. Ενδεικτικά, από τα μέσα του 14ο αιώνα στην Φλωρεντία οι υφασματέμποροι, μεταξύ άλλων αστών, εδραιώθηκαν ως οι απόλυτοι κύριοι της πολιτικής ζωής. Στις γεωγραφικά ευνοημένες περιοχές (υψηλής αστικοποίησης), οι αστικές ολιγαρχικές κυβερνήσεις υπό την άμεση ή έμμεση εποπτεία των εμπόρων, έτειναν να εδραιώνουν τακτικές συνεδριάσεις αντιπροσώπων των πόλεών τους με ομολόγους τους της ευρύτερης περιοχής ή γειτονικών αστικών ζωνών (χάνσες)[5].

Την περίοδο αυτή η παραδοσιακή αριστοκρατία μονοπωλούσε τις πηγές του πλούτου και ο μεγάλος και κληρονομικός πλούτος της αποτελούσε ένδειξη εγγενούς ανωτερότητας απέναντι στο «δημιουργημένο πλούτο» των νεόκοπων αριστοκρατών του 16ου αιώνα. Είναι η ίδια περίοδος ωστόσο, που οι έμποροι θα εισχωρήσουν στα στρώματα της αριστοκρατίας. Και αυτό γιατί η υπερκατανάλωση, τα διαρκώς συρρικνούμενα εισοδήματα, η διόγκωση των εξόδων διαβίωσης και η άρνηση πολλών ευγενών να εμπλακούν σε επιχειρηματικές δραστηριότητες, επέφερε την μαζική πτώχευση της παραδοσιακής αριστοκρατίας. Οι έμποροι και οι αστοί γενικότερα μετεξελίχθηκαν σε πιστωτές των υπερκαταναλωτικών αριστοκρατών, ενώ με την κοινωνική τους πτώση, περνούσαν στα χέρια των εμπόρων τα φεουδαλικά προνόμια και οι τεράστιες ακίνητες περιουσίες τους. Το κενό που δημιουργήθηκε στους κόλπους της αριστοκρατίας καλύφθηκε από εμπόρους, αστούς και κατόχους κρατικών αξιωμάτων[6]. Οι έμποροι και άλλοι αστοί αγόραζαν τους τίτλους και τα αξιώματα (αριστοκρατία της τηβέννου), ενώ για να διασφαλίσουν τη νέα κοινωνική τους ισχύ και την συνέχιση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, φρόντιζαν να «κατανέμουν» αντίστοιχες επαγγελματικές κατευθύνσεις στους απογόνους τους[7].

Αντίθετα, όπου η αριστοκρατία συμμετείχε στις επιχειρήσεις, η συνεργασία αυτή ευνόησε την καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη. Στη Γαλλία επί Καρδιναλίου Ρισελιέ, η συμμετοχή της αριστοκρατίας στο εμπόριο και τη ναυτιλία επιτρεπόταν με νόμο[8].

Η ιδιότητα του αστού συνδέθηκε με την κατοχή αξιόλογης ατομικής περιουσίας, ενώ τον 16ο και 17ο αιώνα συντελέστηκε η λεγόμενη «προδοσία της αστικής τάξης» με την υιοθέτηση από τους εμπόρους του τρόπου ζωής των παλαιών ευγενών (αποχή από εμπόριο και το επιχειρείν, άντληση εισοδήματος από τη γη και την συλλογή φόρων). Η «φεουδαρχοποίηση» των πλουσιότερων αστικών οικογενειών αποτέλεσε το μόνο όχημα της πολιτικής και κοινωνικής ισχυροποίησής τους[9].

Οι έμποροι, οι οποίοι ήταν ιδιαίτερα δραστήριοι στην ύπαιθρο, έγιναν φορείς των καπιταλιστικών αντιλήψεων του 16ου αιώνα, ενώ ένα συνεχώς διευρυνόμενο δίκτυο γενικών εμπορικών καταστημάτων είχε διαδεχθεί τον κόσμο των πλανόδιων μικροπωλητών του 16ου αιώνα και ανέλαβε να ικανοποιήσει τις νέες καταναλωτικές ανάγκες σε πόλη και ύπαιθρο[10].


4. Δραστηριότητες

Ήδη από τον 14ο αιώνα οι έμποροι στην Ευρώπη είχαν εδραιωθεί όχι μόνο ως προμηθευτές αλλά και ως εργοδότες, καθώς εξόπλιζαν τους εργαζόμενους της υπαίθρου με εργαλεία, τους προμήθευαν την πρώτη ύλη και κατόπιν απορροφούσαν το σύνολο της παραγωγής με προκαθορισμένη τιμή (οικοτεχνία)[11].

Σε μια περίοδο έντονης οικονομικής ανασφάλειας, το σύστημα της οικοτεχνίας κέρδισε τους περισσότερους «εμπόρους – καπιταλιστές» της περιόδου 1450-1650, επειδή αντιπροσώπευε την πιο προσοδοφόρο πρακτική με το μικρότερο λειτουργικό κόστος[12]. Την ίδια στιγμή, η εμπορική ελιτ γίνεται ο πιστωτής της κοινωνίας, των αγροτικών κοινοτήτων, των ευγενών, της τοπικής ή κρατικής εξουσίας, μεγιστοποιώντας τα οφέλη της.

Την νεότερη πρώιμη περίοδο, οι έμποροι στρέφονται και σε άλλες ενασχολήσεις πέραν του εμπορίου, όπως κατασκευαστικές και χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και αγορά μεγάλης ακίνητης περιουσίας στις πόλεις και την ύπαιθρο. Αυτή η στροφή των εμπόρων πλέον έχει απομακρυνθεί από τον χαρακτηρισμό «προδοσία» και εκλαμβάνεται ως μια προσπάθεια μεγιστοποίησης των εισοδημάτων και ισχυροποίησης της κοινωνικής και πολιτικής τους υπεροχής έναντι των υπολοίπων αστών ή ως συνέπεια του οικονομικού τους παραγκωνισμού, όπου αυτός έλαβε χώρα. Το αστικό κεφάλαιο αναζωογόνησε την αγροτική παραγωγή, ενώ οι μεγάλοι έμποροι μετεξελίχθηκαν σε αστούς φοροσυλλέκτες, καθώς διέθεταν τα απαραίτητα μέσα και τη δύναμη συλλογής φόρων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο[13].

Οι έμποροι επιχειρηματίες έγιναν οι πρωταγωνιστές του καπιταλιστικού μετασχηματισμού. Καθώς η επιβίωση των τεχνιτών εξαρτιόταν κατά κύριο λόγο από την πρόσβαση σε φθηνές πρώτες ύλες, η απόκτηση μονοπωλιακού ελέγχου από εμπόρους κεφαλαιούχους στην πρώτη ύλη, οδηγούσε τους πρώτους στην πλήρη εξάρτηση. Αποτέλεσμα, πολλές παραγωγικές μονάδες να περάσουν στον έλεγχο των εμπόρων και οι τεχνίτες να γίνουν μισθωτοί στην υπηρεσία των εμπόρων.

Από τα τέλη του 17ου αιώνα η εντατικοποίηση των εμπορικών συναλλαγών με τις ευρωπαϊκές αποικίες, ιδιαίτερα στον Ατλαντικό, οδήγησε στην απορρόφηση του μεγαλύτερου μέρους της ευρωπαϊκής κατασκευαστικής παραγωγής, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην εκβιομηχάνιση της Ευρώπης[14].

Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι επιδόθηκαν στο δουλεμπόριο από τις αποικίες της Αφρικής και από τα μέσα του 17ου αιώνα, οι ευρωπαϊκές αποικίες στο Νέο Κόσμο είχαν μεταβληθεί σε δουλοκτητικές κοινωνίες, βασισμένες στην καταναγκαστική εργασία εισαχθέντων Αφρικανών σκλάβων.

Προς τα τέλη του 18ου αιώνα τα ευρωπαϊκά κατασκευασμένα προϊόντα είχαν διεισδύσει σε νέες περιφερειακές αγορές, προσδίδοντας έναν πρωτόγνωρο δυναμισμό στη διαδικασία της ευρωπαϊκής εκβιομηχάνισης και ενθαρρύνοντας νέες μεθόδους κατασκευής και παραγωγικές δομές. Αν και η άνθιση αυτή δεν αφορούσε όλους τους κλάδους, οι αποικίες και το διεθνές αποικιακό εμπόριο αποτέλεσαν προωθητικές δυνάμεις για την αναδυόμενη ευρωπαϊκή βιομηχανία[15].


5. Επίλογος

Αν και μέχρι τα τέλη της πρώιμης νεότερης περιόδου η Ευρώπη παρέμενε μια αγροτική, προβιομηχανική κοινωνία, η δραστηριότητα των εμπόρων εν πολλοίς στήριξε και καθόρισε την πορεία προς τον καπιταλισμό και την εκβιομηχάνιση.

Οι αστοί στην πλειοψηφία τους κατακτούσαν χρόνο με το χρόνο την κοινωνική άνοδο και την ισχύ μέσω του εμπορίου, των χρηματοπιστωτικών εργασιών και την διαχείριση ακίνητης περιουσίας. Η εμπορική αριστοκρατία δεν καθιερώθηκε εύκολα στην συνείδηση των αριστοκρατών «εξ αίματος», ωστόσο η σημαντική οικονομική δύναμη που απέκτησαν ήταν αρκετή για να αποκτήσουν κοινωνικά και πολιτικά αξιώματα.

Η είσοδος των εμπορικών κεφαλαίων στην προ-βιομηχανική εποχή, την ύπαιθρο, τον κατασκευαστικό κλάδο κλπ., σε συνδυασμό με τις μεγάλες ανακαλύψεις και τα υπερπόντια ταξίδια από τον 16ο αιώνα, έθεσαν τα θεμέλια της καπιταλιστικής συγκρότησης της Δύσης και άλλαξαν οι παραδοσιακές επιχειρηματικές δομές του Μεσαίωνα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γαγανάκης Κ. (1999), Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, Πάτρα: ΕΑΠ.



[1] Γαγανάκης Κ., Κοινωνική και Οικονομική Ιστορία της Ευρώπης, ΕΑΠ, Πάτρα, 1999, σελ. 85-86

[2] Στο ίδιο, σελ. 149-150

[3] Στο ίδιο, σελ. 168, 210-211

[4] Στο ίδιο, σελ. 118-119

[5] Γαγανάκης Κ., ό.π., σελ. 85

[6] Στο ίδιο, σελ. 114-115

[7] Στο ίδιο, σελ. 124

[8] Στο ίδιο, σελ. 113

[9] Στο ίδιο, σελ. 119-120, 127

[10] Στο ίδιο, σελ. 206

[11] Γαγανάκης Κ., ό.π., σελ. 74

[12] Στο ίδιο, σελ. 201-202

[13] Στο ίδιο, σελ. 121-122

[14] Στο ίδιο, σελ. 207

[15] Γαγανάκης Κ., ό.π., σελ. 210

Δεν υπάρχουν σχόλια: